Με μεγάλη επιτυχία πραγματοποιήθηκε η ομιλία του δικηγόρου και καθηγητή της Εγκληματολογίας Άγγελου Τσιγκρή που ερεύνησε σε βάθος και ανέδειξε το πρόβλημα της σχολικής βίας στη χώρα μας - στο 21ο Γυμνάσιο της Πάτρας, κατόπιν πρόσκλησης του οικείου συλλόγου διδασκόντων και του συλλόγου γονέων και κηδεμόνων.

Στην ομιλία του ο Αχαιός καθηγητής της Εγκληματολογίας, μεταξύ άλλων, τόνισε ότι:

“Έχει αποδειχθεί ότι ο χαλαρός έλεγχος στο πλαίσιο της οικογένειας και η έλλειψη επικοινωνίας, ανάμεσα στον γονιό και στο παιδί, ευνοούν την παραβατικότητα. Εάν λείπει αυτό το στοιχείο της επικοινωνίας με τους γονείς, αντίστοιχα το παιδί αδιαφορεί για το σχολείο και εμπλέκεται σε ομάδες άλλων νεαρών, που μπορεί να εκδηλώσουν παραβατική συμπεριφορά.

Πολυετείς επιστημονικές έρευνες απέδειξαν ότι οι οικογένειες, των νεαρών παραβατών έχουν κάποια κοινά χαρακτηριστικά. Το ένα χαρακτηριστικό είναι, ότι συνήθως πρόκειται για φτωχές οικογένειες. Ωστόσο, δεν είναι μόνον η φτώχεια που προκαλεί την εγκληματικότητα. Πολύ συχνά η φτώχεια ωθεί τους νέους να ξεπεράσουν άλλους συνομηλίκους τους από εύπορες οικογένειες και να μεγαλουργήσουν.


Για να υπάρξει πιθανότητα τέλεσης εγκληματικών πράξεων από ανήλικους, πρέπει να υπάρξει ένας συνδυασμός φτώχειας, εγκληματικού παρελθόντος της ίδιας της οικογένειας και έλλειψης ελέγχου των γονέων προς το παιδί. Πρέπει, δηλαδή, να συμπέσουν ταυτόχρονα τρεις παράγοντες προκειμένου να υπάρξει σοβαρή πιθανότητα να εκδηλώσει κάποιος ανήλικος παραβατική συμπεριφορά.

Οι ανήλικοι με παραβατικό ιστορικό (π.χ. τέλεση κλοπών, πρόκληση επεισοδίων στα γήπεδα και φθοράς ξένης ιδιοκτησίας), παρουσιάζουν αντίστοιχα προβλήματα στην οικογένεια και το σχολείο, με αποτέλεσμα να καταφεύγουν σε παραβατικές ομάδες, προκειμένου να αναπληρώσουν εκεί την ανθρώπινη επικοινωνία και την αναγνώριση που τους λείπει.

Για να προληφθεί μια μελλοντική έξαρση της παραβατικότητας των ανηλίκωνκαι της νεανικής βίας θα πρέπει -μεταξύ άλλων- να δοθούν περισσότερες ευκαιρίες στους νέους ανθρώπους, να επαναπροσδιορισθούν οι στόχοι της νέας γενιάς και να διασφαλισθούν τα μέσα για την επίτευξή τους, να μειωθεί η ανεργία των νέων, να ενσωματωθούν οι μειονοτικές ομάδες του πληθυσμού, να στηριχθούν οι θεσμοί της οικογένειας και του σχολείου και να οικοδομηθεί μια κοινωνία συνοχής και αλληλεγγύης. Μια δίκαιη και ανοιχτή κοινωνία, με ίσες ευκαιρίες για όλους.”