Αναρίθμητες οικογένειες καταστράφηκαν στη διάρκεια του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου. Ζευγάρια χωρίστηκαν, παιδιά ορφάνεψαν. Σε ορισμένες περιπτώσεις ο πόνος της απώλειας έδωσε γρήγορα τη θέση του στην οργή και τη δίψα για εκδίκηση, όπως συνέβη με την Μαρίγια Οκτιαμπίρσκαγια.

Όταν έφθασαν στη Σιβηρία όπου είχε διαφύγει τα μαντάτα του θανάτου του άνδρα της, ενός αξιωματικού του Κόκκινου Στρατού, στο Ανατολικό Μέτωπο αποφάσισε να πουλήσει ό,τι είχε και δεν είχε για να αγοράσει ένα άρμα μάχης Τ-34 και να το οδηγήσει στο μέτωπο ώστε να πολεμήσει κατά των Ναζί.

Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή. Η Μαρίγια Οκτιαμπίρσκαγια γεννήθηκε τον Αύγουστο του 1905 σε μια φτωχή οικογένεια Ουκρανών αγροτών στην Κριμαία και είχε άλλα εννιά αδέρφια. Μεγαλώνοντας εργάστηκε σε μια κονσερβοποιία και κάποια στιγμή ως τηλεφωνήτρια. Γνώρισε τον άνδρα της, τον Ίλια, το 1925 οπότε και παντρεύτηκαν. Η νεαρή κομμουνίστρια πολύ γρήγορα εντάχθηκε στο Στρατιωτικό Συμβούλιο Γυναικών και εκπαιδεύτηκε ως νοσοκόμα, ενώ έμαθε οδήγηση -πράγμα ασυνήθιστο για τις γυναίκες της εποχής της- και να χειρίζεται όπλα. Ερωτηθείσα κάποτε για τα ασυνήθιστα ενδιαφέροντά της, απάντησε: «όταν παντρεύεσαι έναν ένστολο υπηρετείς κι εσύ στο στρατό. Το να είσαι σύζυγος αξιωματικού δεν σημαίνει μόνον να είσαι περήφανη, αλλά είναι κι ένας τίτλος ευθύνης».

Καθώς οι δυνάμεις των Ναζί προήλαυναν προς την ΕΣΣΔ το 1941 η 36χρονη τότε γυναίκα διέφυγε στη Σιβηρία, όπου έζησε τα επόμενα δύο χρόνια. Τόσο χρειάστηκαν να φθάσουν σ’ εκείνη και τα νέα του θανάτου του αγαπημένου άνδρα της, αλλά μόλις έλαβε στα χέρια της την σχετική επιστολή αντέδρασε ακαριαία. Είχε εξοργιστεί τόσο πολύ με τον χαμό του που κάθισε κι έγραψε ένα γράμμα στον ίδιο τον Στάλιν.

Ο Στάλιν συμφώνησε, αφού η Κρατική Επιτροπή Άμυνας τον συμβούλεψε ότι κάτι τέτοιο θα είχε θετική επίπτωση στην ενίσχυση του ηθικού τόσο του πληθυσμού όσο και των στρατιωτών και θα μπορούσε να εξυπηρετήσει και προπαγανδιστικούς σκοπούς.

Κι έτσι η Μαρίγια εκπαιδεύτηκε επί πέντε μήνες στο χειρισμό του T-34, σε μια περίοδο που τα πληρώματα των τανκ λάμβαναν πολύ πιο σύντομη εκπαίδευση καθώς χρειάζονταν επειγόντως στα μέτωπο --είναι χαρακτηριστικό ότι στο Στάλινγκραντ τα τανκ έμπαιναν άβαφα στη μάχη-.

Όταν ολοκλήρωσε την εκπαίδευσή της η Οκτιαμπίρσκαγια εστάλη τον Σεπτέμβριο του 1943 στην 26η Ταξιαρχία Αρμάτων Μάχης και σύντομα έλαβε μέρος στη δεύτερη μάχη του Σμολένσκ. Αν και οι συνάδελφοί της αμφέβαλλαν για τις ικανότητές της, θεωρώντας ότι βρέθηκε εκεί μόνον για προπαγανδιστικούς σκοπούς, η 38χρονη απέδειξε πολύ γρήγορα την αξία της.

Στην πρώτη κιόλας μάχη της επέδειξε εξαιρετικές ικανότητες χειρισμού και βοήθησε υπό καταιγισμό εχθρικών πυρών στην εξουδετέρωση πυροβόλων των Ναζί. Το άρμα της, η «Μαχόμενη Αγαπημένη», διέσπασε τις γραμμές των Γερμανών, αλλά υπέστη σοβαρές ζημιές. Με τις σφαίρες να σφυρίζουν γύρω της βγήκε απ’ τον πυργίσκο για να κάνει τις αναγκαίες επιδιορθώσεις, όσο τα άλλα μέλη του πληρώματος την κάλυπταν. Όλοι έμειναν άφωνοι με το θάρρος της και η Μαρίγια προβιβάστηκε σε λοχίας. Έτσι κέρδισε τον σεβασμό των συστρατιωτών της. Οι νεαροί στη μονάδα της τη φώναζαν τιμητικά «μάνα». Αλλά η οργή της δεν είχε υποχωρήσει. Όπως έγραφε στην αδελφή της: «Πήρα το βάπτισμα του πυρός... Μερικές φορές είμαι τόσο οργισμένη, που δεν μπορώ να ανασάνω».

Μερικές εβδομάδες αργότερα εκτυλίχθηκε μια ανάλογη σκηνή, όταν η «Μαχόμενη Αγαπημένη» ξερνούσε φωτιά και μολύβι στα περίχωρα του Νόβογιε Σέλο στην περιοχή Βιτέμπσκ της Λευκορωσίας. Ένα εχθρικό βλήμα ακινητοποίησε το τανκ, η λοχίας Οκταμπίρσκαγια πήδηξε έξω και με τη βοήθεια ενός συναδέλφου της κατάφερε να ξαναθέσει σε κίνηση το λαβωμένο άρμα.

Αλλά μόλις δύο μήνες αργότερα έμελε να πληρώσει με τη ζωή της την αυτοθυσία της. Όταν το τανκ της δέχθηκε αντιαρματικές οβίδες και επίθεση από μπαζούκας αφού προηγουμένως είχε καταστρέψει οχυρωματικές θέσεις του εχθρού η Μαρίγια έσπευσε γι’ άλλη μια φορά να κάνει τις αναγκαίες επισκευές. Αν και κατάφερε να επιδιορθώσει την ερπύστρια, πληγώθηκε στο κεφάλι από θραύσματα οβίδας και έχασε τις αισθήσεις της.

Μεταφέρθηκε σ’ ένα στρατιωτικό νοσοκομείο κοντά στο Κίεβο και μετά από δύο μήνες σε κωματώδη κατάσταση άφησε την τελευταία της πνοή στις 15 Μαρτίου του 1944. Είχε προλάβει, όμως, να πάρει εκδίκηση για τον θάνατο του άνδρα της και να πολεμήσει για την ελευθερία της πατρίδας της.

Μετά θάνατον τιμήθηκε με την ύψιστη διάκριση του Κόκκινου Στρατού ως ηρωίδα της ΕΣΣΔ για την προσφορά της στον «Μεγάλο Πατριωτικό Πόλεμο».