Η Ελλάδα είναι μία χώρα τραγική τελικά.

Πώς αλλιώς θα μπορούσαμε να την ονομάσουμε όταν εδώ και δεκαετίες κάνει κύκλους από τα ίδια λάθη της και πέφτει κάθε φορά επάνω τους με έναν πάντα διαφορετικό τρόπο, χωρίς όμως ποτέ να μαθαίνει από τα παθήματα της; 

Είναι μία χώρα τραγική με έναν λαό εξίσου τραγικό που μπορεί και παρασέρνεται κάθε φορά εύκολα από τον κάθε ηγέτη που του μοιράζει ελπίδα. Μια ελπίδα που όμως μετατρέπεται με την ίδια ευκολία, σε ένα ακόμα δράμα, κάνοντας την κατάσταση του χειρότερη από ότι ήταν πριν.

Και ο κύκλος αυτός συνεχίζεται μη έχοντας ένα τέλος, ακόμα και τις φορές εκείνες τις λιγοστές που η χώρα δείχνει να ξεφεύγει από τον πάτο της, χωρίς όμως ποτέ να καταφέρνει να βγαίνει στον αφρό, με ηγέτες της πολιτικής και της οικονομικής εξουσίας που σπάνια ξεφεύγουν από τον κανόνα του ατομικισμού και του οφελιμισμού τους και με έναν λαό που παραμένει πάντα υπόδουλος στα πάθη του και στις επιθυμίες του.

Πληρώνοντας το αυτό κάθε φορά ακριβά, ανάλογα με την περίπτωση. Μια αρρωστημένη νοοτροπία που έχει ξεκινήσει εδώ και δεκαετίες, από τα χρόνια της ίδρυσης του κράτους και συνεχίζεται ακόμα και στις μέρες μας, είτε με το πέπλο της κρίσης, είτε ακόμα και χωρίς αυτό.

Τα σύγχρονα παραδείγματα που επιβεβαιώνουν τα παραπάνω είναι πολλά, δεν χρειάζεται να τα αναλύσουμε. Αρκεί να αναφέρουμε ότι σε πολιτικό επίπεδο ο λαός έφερε ένα κόμμα στην εξουσία που του είχε υποσχεθεί να το βγάλει από τα μνημόνια και την κρίση, αλλά αντί αυτού πρόκειται να παραδώσει τη χώρα με ένα χρέος τουλάχιστον διπλάσιο από ότι ήταν πριν.

Σε κοινωνικό επίπεδο η τραγωδία αυτή της χώρας και του λαού της επιβεβαιώθηκε με τον πιο δραματικό τρόπο με αυτή την φονική πυρκαγιά που μέσα σε ελάχιστη ώρα πήρε μαζί της πάνω από 90 συνανθρώπους μας, καίγοντας σπίτια, περιουσίες και αφήνοντας στην θέση τους στάχτες και αποκαΐδια.

Στις στάχτες αυτές μια χώρα σέρνεται, χωρίς ποτέ να γεννιέται. Λείπουν οι ηγέτες, έχει χαθεί ίσως και η ελπίδα. Ο λαός που ξέρει να δείχνει την αγάπη του και την αλληλεγγύη του στις τραγικές στιγμές, στο κορύφωμα του κάθε δράματος, βγάζει αυτό το μεγαλείο της ψυχής του μόνο τότε.

Στην καθημερινότητα, με βάση την νοοτροπία στην οποία έχει γαλουχηθεί, είναι φτιαγμένος για να ζει για την πάρτη του, αδιαφορώντας για το συλλογικό καλό, ενώ πλέον τα τελευταία χρόνια έχοντας μπει στον κυκλώνα της κρίσης, έχει δείξει πλέον ότι έχει μάθει να μισεί.

Έχοντας στερηθεί πράγματα άδικα και μη, βαδίζοντας πλέον με τον γνώμονα της φτώχειας και μιας οικονομικής κατάστασης που μόνο με θαύμα μπορεί να αλλάξει τις επόμενες δεκαετίες, αυτό το μίσος μάλλον θα του γίνει βίωμα. Μίσος ενάντια στο καλό του γείτονα που στην ουσία όμως υποσυνείδητα θα προέρχεται από το μίσος για τον ίδιο του τον εαυτό.

Μίσος, που κρίνοντας από τα στοιχεία που μας έχει δείξει η κρίση μέχρι ώρας, κοινωνικά θα έχει δύο κεντρικά πλέγματα. Από την μία το μίσος του φυλετισμού, αυτό που ουσιαστικά ήδη προασπίζεται πολιτικά η Χρυσή Αυγή, με ένα μεγάλο μέρος του λαού να έχει σαν σκοπό να διώξει από γύρω του κάθε τι μη όμοιο, ξένο και διαφορετικό, μη δίνοντας του καν την ευκαιρία να προσαρμοστεί.

Και φυσικά από την άλλη, το ταξικό μίσος, αυτό που ουσιαστικά υπερασπίζονται ήδη οι ακραίες κομματικές οργανώσεις της Αριστεράς (ένα μέρος των οποίων στήριξαν το σημερινό ΣΥΡΙΖΑ για να έρθει στην εξουσία), το οποίο θα προέρχεται από την "ψαλίδα" μεταξύ των φτωχών και των πλουσίων και την κοινωνική ανισορροπία που συνεχώς θα μεγαλώνει.

Σε κάθε περίπτωση το μίσος - ο θυμός αν θέλετε από μια άλλη οπτική γωνία - θα είναι το κυρίαρχο συναίσθημα του Έλληνα τις επόμενες δεκαετίες και αυτό είναι που θα τον κατευθύνει στις αντιδράσεις του. Όσο επικίνδυνο και αν μοιάζει αυτό.

Οι ιστορικές εποχές ολοκληρωτισμού προβάλλονται, άλλωστε, μέσα από τις ακραίες αντιδράσεις και συμπεριφορές. Το ζήτημα, όμως, και ο προβληματισμός με βάση όλα αυτά, τις γύρω του καταστάσεις που όλα δείχνουν θα δυσκολέψουν, αλλά και το μίσος που θα έχει στην ψυχή του, είναι πώς θα μπορέσει ο Έλληνας να προχωρήσει αυτή τη χώρα. Πώς;