Το «Μακεδονικό», ιστορικά αποτελούσε ζήτημα ασφαλείας και αφορούσε τον έλεγχο της ελληνικής Μακεδονίας. Αυτό το εθνικά ευαίσθητο ζήτημα, καθόριζε τη διαχρονική, σταθερή εθνική πολιτική της Ελλάδας, η οποία στον πυρήνα των μη διαπραγματεύσιμων θέσεων της, περιλάμβανε τη (μη) αναγνώριση κρατικής οντότητας με το όνομα Μακεδονία, εθνότητα και γλώσσα Μακεδονική.

Από την άλλη πλευρά, τα Σκόπια, ακολούθησαν μια έξυπνη πολιτική, θέτοντας μαξιμαλιστικούς στόχους που προκαλούσαν, όπως ζητήματα σημαίας, γιγάντια αγάλματα του Μ. Αλέξανδρου, προοίμιο συντάγματος, ιστορικά ζητήματα κλπ, διεκδικήσεις που εύκολα «θυσίαζαν» στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Ωστόσο πάντα ο απώτερος μακροστρατηγικός τους στόχος, ήταν η διεκδίκηση και αποδοχή του ονόματος Μακεδονία, σε συνδυασμό με τη διαμόρφωση εθνικής ταυτότητας, δηλαδή την εθνότητα και τη γλώσσα, θέση στην οποία παραμένουν αταλάντευτα προσηλωμένοι και εν τέλει πέτυχαν.

Με την υπογραφή της συμφωνίας των Πρεσπών της 17ης Ιουνίου 2018, η Ελλάδα ουσιαστικά αποδέχεται και επικυρώνει το «μακεδονικό αφήγημα» ενός λαού, που η επανοικοδόμηση της ιστορίας εξυπηρετεί την υλοποίηση γεωπολιτικών επιδιώξεων και ψευτοαλυτρωτικών διλημμάτων.

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, δεν κρύβει τον ενθουσιασμό της για τη συμφωνία, τον οποίο εκπέμπει σε κάθε ευκαιρία και επαίρεται ότι πλέον η Ελλάδα γίνεται ηγέτιδα δύναμη στα Βαλκάνια.

Η αλήθεια είναι ότι η Ελλάδα, είναι υπολογίσιμη δύναμη στα Βαλκάνια και πυλώνας σταθερότητας στην ευρύτερη περιοχή της Νοτιοανατολικής Μεσογείου, πολύ πριν αναλάβει αυτή η κυβέρνηση τη διακυβέρνηση της χώρας. Γιατί στις κρίσιμες στιγμές, σπουδαίοι ηγέτες είχαν φροντίσει να έχουν την πατρίδα στη σωστή πλευρά της ιστορίας. Τις στιγμές που μετασχηματιζόταν ο κόσμος μας, έχτισαν σωστές διεθνείς συμμαχίες και αξιοποίησαν πλήρως το κεφάλαιο των αγώνων του ελληνικού λαού.

Ο αναβαθμισμένος επομένως γεωπολιτικός ρόλος της Ελλάδας δεν είναι αποτέλεσμα της συμφωνίας των Πρεσπών, αλλά αντιθέτως, είναι ο κ. Τσίπρας ο οποίος, έχοντας διαπιστώσει την αξία της Ελλάδας στη διεθνή γεωπολιτική σκακιέρα, επεδίωξε να την αξιοποιήσει, για να αποκομίσει προσωπικά πολιτικά οφέλη και να καρπωθεί τη διαφαινόμενη επιτυχία.

Επέλεξε να διαπραγματευθεί αυτό το τόσο κρίσιμο εθνικό ζήτημα, κάνοντας μυστική διπλωματία και χωρίς να επιδιώξει ένα ελάχιστο επίπεδο εθνικής συνεννόησης.

Το αποτέλεσμα της συμφωνίας είναι εθνικά επιζήμιο και σαφώς μια ακόμα χαμένη ευκαιρία. Παρά την αδιαφιλονίκητη δομική ισχύ της Ελλάδας σε Ευρωπαϊκό και Βαλκανικό επίπεδο και τον ούριο άνεμο της συγκυρίας και αυτή η διαπραγμάτευση, κατέληξε σε μια ακόμα εθνικά επιζήμια συμφωνία, που στην ουσία της διχάζει τον ελληνικό λαό.

Ξοδεύθηκε κάθε ισχυρό διαπραγματευτικό χαρτί και εκτός από την κακή επιλογή του ονόματος του κράτους ως Βόρεια Μακεδονία, που σημειολογικά παραπέμπει σε κατακερματισμένα έθνη, ο πυρήνας της μεγάλης παραχώρησης, είναι η αναγνώριση «μακεδονικής ταυτότητας», δηλαδή μακεδονικής εθνότητας και γλώσσας. Στοιχεία διαχρονικά αδιαπραγμάτευτα από τις ελληνικές κυβερνήσεις, καθώς αποτελούν τη θρυαλλίδα που ενισχύει τον υπόγειο Σκοπιανό αλυτρωτισμό και ενθαρρύνει τον ιστορικό παραλογισμό, μάλιστα σε μια περίοδο έντονων γεωπολιτικών εξελίξεων.

Πρωταρχικά, το «Μακεδονικό» αποτελεί ζήτημα ασφαλείας στη νοτιοανατολική Ευρώπη και η έωλη συμφωνία των Πρεσπών της 17ης Ιουνίου 2018, που δεν κατοχυρώνει με τρόπο σαφή και τελεσίδικο τη χώρα μας απέναντι στο ψευτο- αλυτρωτισμό ακραίων κύκλων της Γείτονος, παρά τις κυβερνητικές ωραιολογίες, συντηρεί τη μηχανή του αλυτρωτισμού αναμμένη.

Ευσταθία Γιαννιά είναι Αντιστράτηγος ε.α της ΕΛ.ΑΣ, μέλος του Τομέα Εσωτερικών της ΝΔ, με αρμοδιότητα σε θέματα Προστασίας του Πολίτη.