Φοβάμαι.
Φοβάμαι την κακιά ώρα, την άσχημη στιγμή. Αν μου συμβεί; Κι αν μας συμβεί; Πόσο ψύχραιμη θα είμαι; Ακούω τις σειρήνες. Τα ασθενοφόρα πάνε κι έρχονται όλη μέρα. Ο χρόνος. Φτάνει; Είναι αρκετός; Ή κόπηκε το νήμα;
Το φόβο μου πρέπει να τον κοιτάω κατάματα. Εγώ κι αυτός. Κι ανάμεσα μας ο χτύπος, η ανάσα, το αίμα, το δηλητήριο, η ζέστη, το κρύο, το έγκαυμα, ο πνιγμός. Όλα απίθανα κι όλα πιθανά. Τυχερά τα λεπτά και τα δευτερόλεπτα που φεύγουν, που ζούμε. Χαρές, λύπες, στεναχώριες, άγχη πάνε κι έρχονται. Ε, και; Ζούμε.
Έκανα εικόνα όσα μου είπαν. Έχω αυτό που κάνω τις λέξεις εικόνες. Είδα να συμβαίνουν μπροστά μου. Κι ο ένας μου εαυτός να τρέχει, να ψάχνει για βοήθεια. Κι άλλος να είναι εκεί και να αναρωτιέται. Μπορώ να κάνω κάτι;
Αν δεν είναι κανένας άλλος, αν δεν υπάρχει άλλος κίνδυνος, αν ξέρω . . .μπορώ!
Να σκύψω, να ρωτήσω, να πάρω τηλέφωνο, να ενθαρρύνω, να πιάσω το κεφάλι, να ανοίξω το στόμα, να μετρήσω, να δω, να μπλέξω τα χέρια μου, να σκεπάσω, να δροσίσω, να χτυπήσω, να φυσήξω 2 φορές, να βαρέσω συνεχόμενα τριαντάρια
-Κάποια στιγμή θα εξαντληθείς.
να δέσω
-Και τώρα κοιτάς την ώρα και τη γράφεις με το αίμα.
Κοιταχτήκαμε. Το έχει κάνει τόσες φορές. Έλαμπε σα μια λύπη.
Έχω ξοδέψει για να μάθω αρχαία και λατινικά, για να διαβάσω λογοτεχνία, για να ταξιδέψω, για να φάω, για να διασκεδάσω, για να πιω, για να ντυθώ, για να περιποιηθώ, για να κάνω δώρα και τόσα άλλα. Κι όμως ποτέ μέχρι τώρα δεν είχα ξοδέψει για να μάθω. Για να μάθω πώς μπορώ να προσπαθήσω σε επείγουσες περιπτώσεις να κρατήσω τη ζωή.
Κι αυτό δεν το λες ξόδεμα. Ούτε επένδυση.
Είναι γνώση.

Εσείς με τα κόκκινα.