Kουζίνα έχει, υπνοδωμάτιο έχει, γραφείο έχει, wc έχει, βεραντάκι έχει, παράθυρο έχει. Όλα τα έχει. Όλα τα χωράει. Στριμωγμένα τα χωράει. Ένα σπίτι polly pocket . Αφού δε βρίσκουμε άλλο, είπαμε, θα χωρέσουμε εδώ. Δύσκολο να βρεις σπίτι απλωμένο. Όλοι έχτιζαν κάποτε γκαρσονιέρες και studios για τους φοιτητές που θα ‘ρχοταν, για τα χρήματα που θα ‘πεφταν.

Αυτό; Αυτό. Όμορφο, καινούριο, νοικοκυρεμένο.

Πρώτη μέρα καθάρισμα. Παίρνω μια καρέκλα, ανεβαίνω. Καθαρίζω το ντουλάπι. Τη σηκώνω, τη μετακινώ για τ’  άλλο. Γκντουκ-γκντουκ, ακούω. Η ιδέα μου θα ‘ναι. Τελειώνω και με αυτό το ντουλάπι, παίρνω την καρέκλα, πάω στην ντουλάπα. Γκντουκ-γκντουκ πάλι. Α, λέω δουλειές θα κάνει κι η από πάνω.

Φέρνουμε σιγά σιγά τα έπιπλα γκντουκ-γκντουκ. Μπαίνουμε μέσα. Μένουμε κανονικά γκντουκ γκντουκ. Κάνουμε μπάνιο γκντουκ γκντουκ, πλένουμε πιάτα γκντουκ γκντουκ. Πατάμε το καζανάκι γκντουκ γκντουκ. Μη δίνεις σημασία. Αγαπιόμαστε γκντουκ γκντουκ. Με το κρεβάτι κάτι δεν πάει καλά γκντουκ γκντουκ. Μη δίνεις σημασία. Ανοίγουμε τα παντζούρια γκντουκ γκντουκ. Κλείνουμε τα παντζούρια γκντουκ γκντουκ. Ρίχνουμε νερό στο βεραντάκι γκντουκ γκντουκ. Μιλάμε στο τηλέφωνο γκντουκ γκντουκ. Γυρνάμε βράδυ στο σπίτι γκντουκ γκντουκ. Μη δίνεις σημασία. Πού να ΄χαμε τηλεόραση και ράδιο! Ευτυχώς! Ένα γκντουκ γκντουκ λιγότερο!

Και . . .

Σήμερα μου το είπε η από πάνω. Τη συνάντησα στη σκάλα. Την ενοχλούμε, λέει, πάρα πολύ. Ιδίως το μηχάνημά μας σε ακατάλληλες ώρες, αλλά και σε κανονικές. Το μηχάνημά μας; Έψαξα στο μυαλό μου και στα συρτάρια μας. Έχουμε εμείς μηχάνημα για ακατάλληλες ώρες και κανονικές; Δε νομίζω. Και συνέχεια λέει το ακούει. Κάθε μέρα, πρωί-βράδυ. Κάνει έναν ήχο περίεργο κάτι σαν βζζζν. Μηχάνημα και να κάνει βζζζζν; Και αν συνεχίσουμε να παίζουμε με αυτό το μηχάνημα, θα στείλει το γιο της, αφού με το σκουπόξυλο γκντουκ γκντουκ δε βάζουμε μυαλό. Είναι αστυνομικός να ξέρουμε. Και μετά κατάλαβα. Εννοούσε τη βρύση. Κύριε αστυνομικέ , τι θα λέγατε για ένα χεράκι; Χεράκι πλύσιμο. . .

Και επιτέλους τα φέρε έτσι το χαλασμένο ανσανσέρ που . . .

Γνώρισα την Κατίνα της αυλής. Όχι, αυλή τον χώρο μπροστά από ένα σπίτι, αλλά τη σύμβουλο που είναι στη υπηρεσία ενός βασιλιά. Γιατί ο κανακάρης της είναι βασιλιάς. Θέλει την ησυχία του, δεν μπορεί. Σπίτια και άλλα διαμερίσματα δεν πρέπει να υπάρχουν. Κάθε ήχος ενοχλητικός. Κάθε κίνηση μεμπτή. Ειδικότης η ανίχνευση ήχων. Κι ας λέει ο υδραυλικός η πίεση φταίει, δεν μπορώ να κάνω τίποτε.

Αλλά να σου πω κάτι; Φύγαμε.

Αλίμονο επόμενε νοικάρη! Κάτι έχει να σου πει η Κατίνα της αυλής!

Γκντουκ γκντουκ!