Μια ακόμη Καθαρά Δευτέρα έσβησε μες τη σιγανή βροχή.
Ποτέ δε με χόρτασε. Λίγη ακόμα λαγάνα ή ίσως λίγο ακόμα ταραμά; Ή μήπως καλαμαράκι, χταποδάκι; Βάλε κι άλλο μην το λυπάσαι. Κι έτσι όπως η κοιλιά μου γουργουρίζει σκέφτομαι την ευκαιρία, αυτό που λέμε νά η ευκαιρία.
Λίγο μετά τη μία το μεσημέρι της Κυριακής βλέπω τη βασίλισσα του Πατρινού Καρναβαλιού να κατεβαίνει από ένα αμάξι. Την χαιρετάω, της λέω καλημέρα, της εύχομαι να περάσει τρελά και το έλεος το ίδιο την αφήνω να φύγει. Να στρίψει σε κάπιοιο στενό με τα βελούδινα πράσινα πέδιλά της, το φόρεμα-τύπου Καλομοίρα γιουροβίζιον-και να πάει στο άρμα της, πάνω στο στέμμα του βατράχου. Και γω συνέχισα το δρόμο μου. Στάσου μια σέλφι! Δεν το πα. Τώρα το σκέφτηκα.
Κι έτσι χάνονται οι ευκαιρίες, αλλά ποιος νοιάζεται; Πάω για άλλες πιο μεγάλες, πιο καλές με τα μάτια-αν συνεργαστούν-ανοιχτά. Μετά την παρέλαση κι αφού την καταευχαριστήθηκα, αν και δεν ντύθηκα κάτι το συναρπαστικό, αλλά κάτι το καθημερινό (είμαι ντίβα, είμαι ντίβα!) φωτογραφήθηκα σχεδόν παράταιρη στο άρμα, έτσι για να περάσει η ώρα. Γύρω γύρω βατράχια, χόρτα, ένας κορμός και μια γκουστερίτσα. Άλλοι είπαν ότι είναι η Άνοιξη, άλλοι ότι την γυναίκα πρέπει να την έχουν οι άντρες κορώνα στο κεφάλι τους, άλλοι ότι ο βάτραχος του παραμυθιού δεν ήταν πρίγκιπας, αλλά πριγκίπισσα, άλλοι έμειναν μόνο στη βασίλισσα, άλλοι στο λιώμα.
Και τελικά τι ήταν το άρμα;
Ήμουν εγώ, ήσουν εσύ, ήμασταν εμείς που ξεπατωθήκαμε στο χορό, στο φαΐ, στο ποτό. . .
Κι από σήμερα φακές, δουλειές και τέτοια!

Bye, bye!