Η φίλη μας δεν πίστευε ποτέ πως μια απλή πρόσκληση στο facebook θα της άλλαζε την άποψή της για το Καρναβάλι.
Η πρόσκληση έγραφε: «Βάλε το ντόμινο και πάμε στο χορό. Για άλλη μια χρονιά τα μαύρα ντόμινο με την αναλλοίωτη στο χρόνο φρεσκάδα τους, καλούν τους ανυποψίαστους καβαλιέρους σε απρόσμενες εκπλήξεις, συναρπαστικές, απρόοπτες συναντήσεις γεμάτες μυστήριο, κέφι, περιπέτεια και καρναβαλική διάθεση. Tιμή εισόδου για τους άνδρες 8 ευρώ μαζί με το ποτό. Για τις γυναίκες η είσοδος είναι δωρεάν και θα πρέπει να φορούν μαύρο ντόμινο, όπως επιτάσσει το έθιμο. Οι κυρίες, αν δεν έχουν, μπορούν να προμηθεύονται μαύρα ντόμινο στην είσοδο της αίθουσας!».
Η φίλη μας ήταν το τέλειο παράδειγμα μιας ήρεμης ζωής. Μοναξιά, βόλτες, ησυχία. Ήταν ευτυχισμένη με τη δουλειά της, -κι ας ήταν από δω κι από ΄κει κάθε χρόνο- τα βιβλία της, τις βελουτέ φόρμες, τις σειρές, τις σοκολάτες και τη γάτα της. Είχε συμβιβαστεί τόσο πολύ με αυτήν την κατάσταση που πίστευε πως οι έρωτες, οι πειρασμοί και οι περιπέτειες είναι για άλλους. Όχι, για ‘κείνη πάντως.
Έκλεισε το laptop και ξάπλωσε για να πάρει έναν υπνάκο. Ξύπνησε ιδρωμένη. Τα μάγουλά της ήταν κόκκινα, το σώμα της έκαιγε. Μπήκε να κάνει μπάνιο. Έβλεπε τους αφρούς να κυλάνε στο σιφόνι της μπανιέρας και άφηνε το νερό να τρέχει. Μήπως να πάω; σκεφτόταν. Οι λέξεις έκπληξη, μυστήριο, συνάντηση γυρνούσαν στο μυαλό της.
Σκουπίστηκε, ντύθηκε και στέγνωσε τα μαλλιά της. Άνοιξε το laptop και είδε φωτογραφίες με ντόμινο. Αν αγόραζε, σκέφτηκε, μία μάσκα με ένα φτερό στο πλάι και αν φορούσε και γάντια, τότε θα ήταν μια άλλη. Για ένα βράδυ θα ήταν μια άλλη. Στη σκέψη αυτή χαμογέλασε. Πήρε την τσάντα της και βγήκε έξω.
Γύρισε σπίτι μετά από δυο ώρες φορτωμένη με σακούλες. Μάσκα, γάντια, στολή ντόμινο, μακριές κάλτσες, ένα ζευγάρι γόβες σε τιμή ξεφτίλα και μία κάπα από τα μεταχειρισμένα. Τα φόρεσε και κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Τίποτα δεν φαινόταν από αυτήν. Ούτε μια τούφα των μαλλιών της. Δεν ξέρει πως της ήρθε, αλλά σήμερα θα ‘κανε κάτι διαφορετικό. Έβγαλε τη γάτα που είχε μπει μέσα στην ντουλάπα, της χάιδεψε λίγο το κεφάλι και την άφησε να φύγει λέγοντας: «Σήμερα λέγε με απλά Κίττυ». Με σταθερά βήματα πλησίασε την πόρτα, την άνοιξε και την έκλεισε αποφασιστικά.
Μπήκε στην αίθουσα. Η μουσική ήταν καλή. Τα ντόμινο χόρευαν και οι κύριοι έπιναν το ποτό τους. Έψαξε για λίγο χώρο στο βάθος. Βρήκε κάπου πίσω πίσω και στάθηκε. Τώρα θα παρατηρούσε τον κόσμο. Ευτυχώς βρήκε κάπου να σταθεί χωρίς να την τσαλαπατάνε. Σιχαινόταν τον πολύ κόσμο και τη βαβούρα. Γουλιά γουλιά κατέβαζε το ποτό που παρήγγειλε και ήταν έτοιμη να πάρει κι άλλο, όταν ένα χέρι χάιδεψε την πλάτη της. Δε γύρισε. Έκανε πως δεν κατάλαβε. Το χέρι συνέχισε να τη χαϊδεύει και ‘κείνη να το απολαμβάνει.
Σε λίγο της ψιθύρισε στο αυτί: «Δε με νοιάζει να γυρίσεις, μόνο άφησέ με να σε αγγίξω από πάνω ως κάτω». «Αν αυτό σε ευχαριστεί, τότε απόλαυσέ το», απάντησε εκείνη. Ένιωθε το χέρι να ξεκινάει από το σβέρκο της και να φτάνει ως τη γάμπα της. Στ΄ αλήθεια δεν την ενοχλούσε και δεν την ενδιέφερε να δει σε ποιον ανήκε αυτό το χέρι.
Σε λίγο γλίστρησε στο χέρι της ένα χαρτάκι με ένα κινητό γραμμένο πάνω. Και το χέρι έφυγε. Θα έβλεπε τι θα έκανε με αυτό το νούμερο. Ίσως και τίποτα. Σήμερα θα συνέχιζε τη βραδιά της, ξεκινώντας με ακόμη ένα ποτό.