Όταν πλένω το πρόσωπό μου τα δάχτυλά μου όλο και κάπου σκοντάφτουν.

Πάω πιο κοντά στον καθρέφτη, κλείνω το ένα μάτι, εστιάζω με το άλλο, το βρίσκω, το πειράζω και άντε γεια. Μερικές μέρες αργότερα πάλι τα ίδια.Κακιά συνήθεια. Δίνει ευχαρίστηση εκείνη την ώρα. Α, ωραία το αφαίρεσα αυτό το κακό σπυρί! Νά κακό σπυρί! Πολλαπλασιάζεται, επιμένει, πληγώνει, αφήνει το σημάδι του και τελικά,νικάει.

Τέλοσπαντων, μια μέρα πάω στο φαρμακείο για να πάρω παυσίπονα του τύπου ας βρίσκονται. Όλο και από κανένα καταπίνω. Μια το κεφάλι, μια η κοιλιά, και από κανένα προληπτικά για τη γρίπη που κλώθεται. Δεν έχω καμιά όρεξη μα καμία όμως να κάθομαι στο κρεβάτι τρώγοντας κοτόσουπα, πίνοντας τσάι και γεμίζοντας τον τόπο χαρτομάντιλα- δίπλα από το μαξιλάρι, στο κομοδίνο, στο πάτωμα, στις τσέπες απ’ τις ρόμπες και γενικά όπου σταθώ και όπου βρεθώ να είμαι μια αρρώστια. Ευτυχώς, τη γλίτωσα μέχρι τώρα, αλλά ας μη λέω μεγάλα λόγια. Ο Φλεβάρης μόλις μπήκε. Κι όπως λέει και ο Αρκάς Κουτσοφλέβαρο τον λεν, γιατί μπερδεύουν το Κάπα με το Πι.

Πηγαίνω λοιπόν, στο φαρμακείο λέω ότι θέλω παυσίπονα. Πριν πληρώσω βλέπω μια συσκευασία που φωνάζει δοκίμασέ με! Άντε, να σε δω και σένα.Τα παίρνω, δε θέλω σακούλα έχω πολλές και χώρο αρκετό στην τσάντα. Τι να την κάνω άλλωστε; Δε μου χρησίμεψε ποτέ η συγκεκριμένη, ούτε στον σκουπιδοτενεκέ δεν χωράει (συγνώμη, φίλες και φίλοι φαρμακοποιοί μόνο κάτι κέικ βλέπω να πηγαινοφέρνει ή να παίζει το ρόλο της τσάντας για υπερήλικες).

Γυρίζω στο σπίτι. Βάζω τη συσκευασία στο νιπτήρα του μπάνιου. Περνάνε οι μέρες και λέω μια μέρα, και δεν τη δοκιμάζω; Ανοίγω το βήμα ένα. Απλώνω το μείγμα με τους κόκκους ηφαιστειακής λάβας και ενόσω το αφήνω να δράσει τραγουδάω:»Σαν ηφαίστειο που ξυπνά/ απ΄ όνειρο βαθύ/ κι ό,τι φτιάχνει τα βουνά/ κλαίει να γεννηθεί/ Σαν ηφαίστειο που ξυνπά/ λάβα μου, λάβα μου . . .» και αναρωτιέμαι από ποια ξυλόσομπα μπορεί να είναι και επιβραβεύω το μυαλό που το σκέφτηκε. Κάτι τέτοια πιάνουν στο marketing.Μπράβο, όχι μπράβο! Μια η μαύρη μάσκα, μια η ηφαιστειακή λάβα, βλέπω το μαύρο πάει καλά . . .Αυτό μου δίνει ιδέες (βλ. «Το μαύρο ντόμινο» της Κυριακής).

Ξεπλένω το πρόσωπό μου με άφθονο νερό και περνώ στο βήμα 2 με την κρέμα ενυδάτωσης από άσπρο τσάι. Όχι του βουνού, όχι χαμομήλι, -το έπιασαν άλλα προϊόντα-όχι πράσινο της δίαιτας και της γνωστής εταιρείας τσαγιών, άσπρο. Και δω διάνα πέτυχε το μυαλό, σκέφτομαι και τραγουδάω το Άσπρο περιστέρι για κανένα δεκάλεπτο. Μπορώ να λέω το ίδιο πράγμα για πολλή ώρα και πολλές φορές, αν χρειαστεί. Αυτό το οφείλω στο ρήμα λύω χρόνια τώρα:» Άσπρο περιστέρι μεσ’τη συννεφιά/ μου ‘δωσες το χέρι να ‘χω συντροφιά».Ύστερα παίρνω ένα βαμβάκι, αφαιρώ ό,τι έχει απομένει και η μόνη διαφορά που βλέπω είναι ότι έχω γίνει πιο λευκή κι από κουρτίνα.

Μόλις πέρασα είκοσι λεπτά παίζοντας. Επισκέφτηκα ένα ανενεργό ηφαίστειο και έκανα την οικοδέσποινα σερβίροντας νερό βαφτισμένο σε τσάι στις φιλενάδες μου. Κι άλλη φορά νερό και σαπούνι μέχρι κάτι άλλο καλύτερο να παίξει με το μυαλό μου! Γιατί αυτό είναι το marketing . . . Ένα μυαλό που παίζει με πολλά άλλα μυαλά!