Οι Μυκήνες, ήταν το βασίλειο του μυθικού Αγαμέμνονα και θεωρείται το σημαντικότερο και πλουσιότερο ανακτορικό κέντρο της Ύστερης Εποχής του Χαλκού στην Ελλάδα. Η λαμπρότερη όμως εποχή της ιστορίας και της ακμής τους συμπίπτει με την Ύστερη Εποχή του Xαλκού από το 1600 μέχρι το 1110 π.X. περίπου.

Στην περίοδο αυτή αντιστοιχούν και τα περισσότερα ορατά μέχρι σήμερα ευρήματα. Σύμφωνα με την μυθολογία ιδρυτής των Μυκηνών ήταν ο Περσέας. Ο Παυσανίας αναφέρει ότι ο Περσέας ονόμασε τη νέα πόλη Μυκήνες είτε επειδή εκεί έπεσε ο μύκης του ξίφους του είτε επειδή εκεί αποκαλύφθηκε μία πηγή με άφθονο νερό, η Περσεία πηγή, κάτω από τη ρίζα ενός «μύκητος», δηλαδή ενός μανιταριού. Η ανοικοδόμηση των ανακτόρων, που είναι ορατά σήμερα, άρχισε γύρω στο 1350 π.Χ. Τότε ξεκίνησε και η οχύρωση της ακρόπολης.

Τα κυκλώπεια τείχη της μυκηναϊκής ακρόπολης, όμως, παρέμεναν ορατά στο πέρασμα των αιώνων και αποτέλεσαν πόλο έλξης πολλών περιηγητών που δεν δίστασαν να λεηλατήσουν το χώρο κατά τον 18ο και 19ο αιώνα. Το 1837, μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας, οι Μυκήνες τέθηκαν υπό την αιγίδα της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, η οποία μέχρι σήμερα πραγματοποιεί έρευνες στο χώρο. Το 1941 ο αντιπρόσωπός της, Κ. Πιττάκης, καθάρισε την Πύλη των Λεόντων και το 1876 ο Ερρίκος Σλήμαν, ύστερα από μικρές δοκιμαστικές τομές το 1874, ξεκίνησε τη μεγάλη του ανασκαφή, που αποκάλυψε πέντε τάφους, υπό την επίβλεψη του Π. Σταματάκη, ο οποίος συνέχισε τις εργασίες το διάστημα 1876-1877, αποκαλύπτοντας και τον έκτο τάφο.

Το έργο του Σλήμαν και του Χρήστου Τσούντα συνέχισε ο Άλαν Γουέις, διευθυντής της Βρετανικής Αρχαιολογικής Σχολής, που από τα 1919 έως τα 1955, συστηματοποίησε τα έως τότε δεδομένα, εμπλούτισε την έρευνα, τα ευρήματα και τη γνώση του χώρου και του πολιτιστικού του ιδιώματος. Εντός του αρχαιολογικού χώρου υπάρχει και το Αρχαιολογικό Μουσείο Μυκηνών το οποίο ελκύει πλήθος τουριστών όλες τις εποχές του χρόνου.