Δευτέρα πρωί.
Νοσοκομείο. Εξετάσεις ρουτίνας. Ο κόσμος λίγος. Άλλη ώρα μου είπαν, άλλη ώρα πήγα. Σειρά ήθελα να πάρω.Τσακ μπαμ αίμα, ακτινογραφία. Σε λιγότερο από 20 λεπτά είχα ξεμπερδέψει.Γυρνάω σπίτι. Κάνω καφέ, ζεσταίνω γάλα, βάζω το κρουασάν με τη σοκολάτα στην τοστιέρα, λες και είχα να φάω χρόνια. Οι οδηγίες ήταν σαφείς. Πριν τις εξετάσεις όχι ζωϊκά. Έκανα πως δεν άκουσα.
Τετάρτη πρωί.
Νοσοκομείο. Αποτελέσματα έτοιμα. Γυρνάω από εργαστήριο σε εργαστήριο να μαζέψω τα αποτελέσματα. Σίδηρο ανεβασμένο. Πιο πάνω απ΄ το κανονικό. Παίρνεις αμπούλες σιδήρου; Όχι, τρώω πολύ. Πόσο πολύ; Νομίζω, παραπάνω απ΄ το κανονικό. Να τις ξανακάνετε, μάλλον ήταν μολυσμένο το μπουκάλι. Βαριέμαι, λέω από μέσα μου. Καλά, τους απαντώ. Σειρά έχει η ακτινογραφία. Ψάχνουν, ψάχνουν δεν τη βρισκούν. Βγάλατε πλάκα; Εμ, πώς δεν έβγαλα! Δε τη βρίσκουμε την πλάκα. Πλάκα πλάκα θα μου πουν να ξαναβγάλω. Δεν έχει έρθει για εκτύπωση. Πηγαίνετε και ζητήστε την. Πηγαίνω. Ουρά οι κρατούμενοι. Και αυτοί για την πλάκα τους ήρθαν. Και έπειτα δυο δυο πιασμένοι με χειροπέδες. Χαμογελούσαν. Μάλλον για την έξοδο. Τελειώνουν κάποια φορά, παίρνω σειρά. Τι θέλετε; Ήρθα για την πλάκα μου. Πότε τη βγάλατε; Τη Δευτέρα. Και δεν είναι κάτω; Όχι δεν τη βρίσκουν. Ψάχνουν οι γιατροί, οι βοηθοί σ΄ όλους τους υπολογιστές τη βρίσκουν. Ελάτε, την Παρασκευή, δεν είναι έτοιμη. Δεν προλαβαίνω να απαντήσω ένας ειδικευόμενος λέει: Αφήστε θα την αναλάβω εγώ. Τη στέλνει για εκτύπωση και μου κάνει: Ακουλούθα και μη μιλάς! Εκτυπώνει την πλάκα και ψάχνει γιατρό για γνωμάτευση. Ο γιατρός, πού είναι ο γιατρός; ρωτάει. Λείπει, του απαντάνε. Εγώ τον είδα, ισχυρίζεται. Ακολούθα και μη μιλάς, μου λέει ξανά. Τρέχει με την πλάκα να ανεμίζει και ξοπίσω του εγώ. Μπαίνουμε από γραφείο σε γραφείο, ανεβοκατεβαίνουμε ορόφους. Ο ένας του λέει ο γιατρός είναι εκεί, ο γιατρός είναι αλλού. Τελικά, τον βρίσκουμε να εξετάζει κάποιους άλλους ασθενείς. Παίρνουμε σειρά. Περίμενε εδώ, με προστάζει. Φτάνει η σειρά μας. Μπαίνει μέσα και ζητά γνωμάτευση. Την παίρνει και βγαίνει. Σ΄ ευχαριστώ για το μάθημα που μου έκανες δώρο, λέει και με οδηγεί στην έξοδο. Σ΄ ευχαριστώ για όλα, ανταποδίδω.
Δεν μπορούσα να μην χαμογελάω στο δρόμο.Χαμογελαστή και σιδερένια. Ποιος να το λεγε!