Σε ένα πρόσφατο βιβλίο, μπεστ σέλερ στις ΗΠΑ, ο επίτιμος καθηγητής του Χάρβαρντ Γκράχαμ Αλισον, εξετάζει την αντιπαράθεση μεταξύ Κίνας και ΗΠΑ υπό το πρίσμα του Θουκυδίδη.

Και το ερώτημά του είναι: οι δύο υπερδυνάμεις μπορούν να αποφύγουν την «παγίδα του Θουκυδίδη;»

«Παγίδα του Θουκιδίδη», η έκφραση προκαλεί εντύπωση... και οφείλεται στον Γκράχαμ Αλισον. Αυτός ο επίτιμος καθηγητής του Χάρβαρντ, ηλικίας 77 ετών, δημοσίευσε μια ανάλυση για τους πολέμους που ξεσπούν όταν μια ανερχόμενη δύναμη αμφισβητεί την ηγεμονία μιας δύναμης που ήταν κυρίαρχη ως τώρα. Στο βιβλίο του Destined for War. Can America and China escape Thucydide’s Trap» θέτει το ερώτημα: η Αμερική και η Κίνα μπορούν να αποφύγουν την παγίδα του Θουκυδίδη;

Το βιβλίο του πωλήθηκε σε 500 000 αντίτυπα στις ΗΠΑ και θα κυκλοφορήσει σύντομα στο Ηνωμένο Βασίλειο, στην Ιαπωνία αλλά και στην Κίνα, όπου ο Αλισον προνόησε πρώτα να τελειώσει το συνέδριο του Κομμουνιστικού κόμματος, τον Οκτώβριο του 2017, πριν το κυκλοφορήσει.


Ένα απρόσμενο σεμινάριο

Τον Ιούλιο του 2017, με κάθε μυστικότητα, το Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας που συμβουλεύει τον πρόεδρο των ΗΠΑ σε θέματα ασφάλειας και εξωτερικής πολιτικής, υποδέχτηκε μια μη αναμενόμενη προσωπικότητα: τον Γκράχαν Αλισον, τον διάσημο καθηγητή του Χάρβαρντ, ο οποίος εργάστηκε στο παρελθόν στο περιβάλλον του Ρήγκαν και του Κλίντον.

Ο Αλισον εκλήθη από τον Τραμπ για να μιλήσει, ενώπιον του Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας, για τον Πελοποννησιακό Πόλεμο, τον αιματηρό πόλεμο μεταξύ Αθηνών και Σπάρτης, ο οποίος έγινε πριν από 2.500 χρόνια.

Είχε προηγηθεί, τον Μάιο του 2017, η έκδοση του εξαιρετικού βιβλίου του: «Destined for war : Can America and China escape Thucydides's trap» -(Προορισμένοι για πόλεμο: Μπορούν οι ΗΠΑ και η Κίνα να αποφύγουν την παγίδα του Θουκυδίδη;».

Αποψη του Γκράχαμ Αλισον είναι ότι η Κίνα και οι ΗΠΑ προχωρούν ακάθεκτες προς μια βίαιη σύγκρουση, όπως είχε συμβεί στον πόλεμο μεταξύ Αθηνών και Σπάρτης, τον οποίο περιέγραψε ο Θουκυδίδης, ο διάσημος Ελληνας ιστορικός. Σύμφωνα με τον Θουκυδίδη, ο πόλεμος αυτός ήταν αναπόφευκτος, ανάμεσα στις δύο πόλεις-κράτη της αρχαίας Ελλάδας εξαιτίας της ανόδου του αθηναϊκού ιμπεριαλισμού και του φόβου που αυτός προκάλεσε στη Σπάρτη. H Υβρις των Αθηνών προκάλεσε την παράνοια της Σπάρτης.

Ο Πελοποννησιακός πόλεμος διήρκησε 27 χρόνια και κατέστρεψε εν πολλοίς και τις δύο αρχαίες πόλεις.

«Ήταν η ολοένα αυξανόμενη δύναμη της Αθήνας που προκάλεσε φόβο στους συμμάχους της Σπάρτης και κατέστησε τη σύρραξη ανάμεσα στις δύο πόλεις αναπότρεπτη», αναφέρει ο Θουκυδίδης ως καταλυτικό αίτιο στην κήρυξη του Πελοποννησιακού πολέμου.


Σύμφωνα με τον Γκράχαν Αλισον, πρέπει κανείς να «διαβάσει» τον ανταγωνισμό μεταξύ Κίνας και ΗΠΑ υπό το πρίσμα αυτού του πολέμου της αρχαίας Ελλάδας. Η Αθήνα είναι η Κίνα, η Σπάρτη είναι οι ΗΠΑ. Μια ανερχόμενη και μια καθεστηκυία υπερδύναμη. Ο ιστορικός εκτιμά ότι η ίδια δυναμική βρίσκεται σήμερα σε εξέλιξη και ότι οι δύο υπερδυνάμεις μπορεί να εμπλακούν σε πόλεμο, πράγμα που ούτε η μία ούτε η άλλη εύχονται. Είναι αυτό που ο ιστορικός αποκαλεί «Η παγίδα του Θουκυδίδη».

H περίπτωση Αγγλίας-Γερμανίας

Σε μια συνέντευξή του το 2013, ο Γκράχαμ Αλισον (ο οποίος έχει επίσης μελετήσει την αντιπαλότητα μεταξύ Μεγάλης Βρετανίας και Γερμανίας, πριν τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο), εξηγούσε:

«Η γρήγορη άνοδος μιας νέας υπερδύναμης διαταράσσει το statu quo. Ιστορικά, σε 12 από τις 16 περιπτώσεις στην Ιστορία, από το 1500, αυτό οδήγησε σε πόλεμο».


Πώς μπορεί να αποφευχθεί αυτό στην περίπτωση της Κίνας και των ΗΠΑ; Ο ιστορικός δήλωνε:

«Και από τις δύο πλευρές πρέπει να γίνουν σημαντικές διορθώσεις, τόσο στις συμπεριφορές όσο και στις δράσεις ώστε να αποφευχθεί η βίαιη αντιπαράθεση [...] Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν μπορούν να σταματήσουν την άνοδο της Κίνας, και πρέπει να βρουν τον τρόπο να μοιραστούν την ηγεσία του 21ου αιώνα με μια Κίνα όλο και πιο ισχυρή, πράγμα που αποτελεί μια εντελώς καινούρια κατάσταση για τις ΗΠΑ».

Το βιβλίο του ιστορικού «Destined for war : Can America and China escape Thucydides's trap» -(Προορισμένοι για πόλεμο: Μπορούν οι ΗΠΑ και η Κίνα να αποφύγουν την παγίδα του Θουκυδίδη;», βασίζεται πάνω σε μια θέση στην οποία ο καθηγητής εργάζεται πολλά χρόνια. Εκανε μεγάλο θόρυβο στις ΗΠΑ και προκάλεσε συζητήσεις γύρω από το κεντρικό του θέμα: το γεγονός ότι η Κίνα μεγαλώνει την ισχύ της με ειρηνικό τρόπο, χωρίς να κάνει πόλεμο.

Η παγίδα του Θουκυδίδη και ο Τραμπ

Ωστόσο, το γεγονός ότι ο Γκράχαμ Αλισον εκλήθη από το Συμβούλιο Εθνικής Ασφάλειας δεν είναι ανώδυνο. Το σάιτ Politico, το οποίο αποκάλυψε αυτή την είδηση, υπογραμμίζει ότι η θεωρία της «Παγίδας του Θουκυδίδη», στοιχειώνει την διοίκηση του Ντόναλντ Τραμπ. Το σάιτ ανέφερε επίσης, ότι ο Θουκυδίδης, ο οποίος θεωρείται πατέρας της Ιστορίας αλλά επίσης θεμελιωτής της ορθολογικής μελέτης των διεθνών σχέσεων (αυτό που σήμερα αποκαλούμε «realpolitik»), είναι ο αγαπημένος ιστορικός δύο ισχυρών προσωπικοτήτων που συμβούλευαν εκείνη την εποχή τον Τραμπ στα θέματα εξωτερικής πολιτικής: του συμβούλου για την Εθνική Ασφάλεια στρατηγού H.R. McMaster, και του Υπουργού Αμυνας James Mattis.


Ο McMaster εκτιμά ότι το έργο του Θουκυδίδη είναι «ουσιώδες». Αναφέρεται στον μεγάλο Ελληνα ιστορικό στις ομιλίες και στα άρθρα του, όπως αυτό που έγραψε στους New York Times το 2013:

«Ο κόσμος σήμερα παλεύει για τους ίδιους λόγους που ταυτοποίησε ο Θουκυδίδης: από φόβο, τιμή και συμφέρον». Ο στρατηγός James Mattis, κατά την ορκωμοσία του στη Γερουσία, επίσης αναφέρθηκε στον Θουκιδίδη, σημειώνοντας, όπως και ο McMaster ότι «ο φόβος, η τιμή και το συμφέρον είναι οι θεμελιώδεις αιτίες των διενέξεων».

General James Mattis just quoted Thucydides in his confirmation hearing. "Fear, Honor and interest are the motives for hostilities."

— Smarter Every Day (@smartereveryday) 12 janvier 2017

«Ο James Mattis είναι πιθανόν το μοναδικό άτομο που βρίσκεται εδώ και δεν χρειάστηκε να ψάξει στο Google για να καταλάβει τι σημαίνει ότι μιλάνε για την «παγίδα του Θουκιδίδη», είχε δηλώσει τότε ο πρώην υπουργός Αμυνας του Κλίντον, William Cohen, μετά την ομιλία του Mattis ενώπιον της Γερουσίας.

Κατά την επίσκεψή του στο Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας, ο Γκράχαμ Αλισον άφησε πολλά αντίτυπα της ανάλυσής του. Δεν είναι γνωστό αν ο ίδιος ο Ντόναλντ Τραμπ έδειξε ενδιαφέρον (είναι γνωστό ότι στον Τραμπ δεν αρέσει να διαβάζει) ή αν ασχολήθηκε με την ελληνική ιστορία. Αλλά, όπως έγραψε το Politico, «ο Τραμπ θα εκτίμησε την επιρροή του αρχαίου Ελληνα σοφού πάνω στους συμβούλους του για θέματα στρατηγικής».


Αυτή η πρόσκληση στον Γκράχαμ Αλισον θεωρήθηκε στις ΗΠΑ καλή αλλά και κακή είδηση, ταυτόχρονα. Η καλή είδηση ήταν ότι προσκαλώντας έναν ιστορικό που θεωρεί ότι οι δύο υπερδυνάμεις, ΗΠΑ και Κίνα, «έχουν κάθε συμφέρον να βρουν συμβιβαστικές λύσεις», ένα μέρος της διοίκησης Τραμπ δείχνει πως παίρνει στα σοβαρά τις κινεζο-αμερικανικές εντάσεις και επιθυμεί να τις κατευνάσει. Ας σημειωθεί ότι σε όλη την προεκλογική του εκστρατεία ο Ντόναλντ Τραμπ έκανε συνεχείς επιθέσεις στην Κίνα, κατηγορώντας την ότι χειραγωγεί το δολάριο, ότι της κλέβει θέσεις εργασίας και ότι καταπατά το διεθνή ύδατα.

Ενας ειδικός που ρωτήθηκε από το Politico, δήλωσε: «Πιστεύω ότι γνωρίζοντας τον Θουκυδίδη μπορεί να καταλάβουν ότι ο κόσμος λειτουργεί ανάλογα με τα συμφέροντά του, όπως τα θεωρεί ο καθένας, και όχι στο όνομα ενός ιδεαλισμού που εκφράζεται στο Γενικό Συμβούλιο των Ηνωμένων Εθνών. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να γίνον κυνικοί, αλλά τουλάχιστον να μην είναι ανόητοι».

Σύμφωνα με το σάιτ, ο στρατηγός James Mattis είπε σε εκείνη την σύσκεψη ότι πρέπει κανείς να κρατήσει τα διδάγματα του Θουκυδίδη και ότι θα πρέπει «να διαχειριστούμε τον ανταγωνισμό με την Κίνα» με τρόπο ώστε «οι ΗΠΑ να διατηρήσουν την στρατιωτική τους ισχύ έτσι ώστε οι διπλωμάτες μας να μπορούν πάντα, από θέση ισχύος, να διαπραγματεύονται με μια ανερχόμενη υπεδύναμη».

Το κακό νέο τώρα: Ο Στηβ Μπάνον (στρατηγικός σύμβουλος τότε, τώρα έχει εκδιωχθεί), είχε λατρεία στα όρια της εμμονής με την αρχαία Σπάρτη. Η πρώην συνεργάτης του, από την εποχή που ο Στηβ Μπάνον ήταν παραγωγός στο Χόλιγουντ, η Julia Jones, είχε διηγηθεί στο Daily Beast ότι ο Μπάνον ήταν παθιασμένος με τις στρατιωτικές νίκες της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, αλλά προτιμούσε τον Πελοποννησιακό πόλεμο και την πόλη που τον είχε κερδίσει -την Σπάρτη. «Μου μιλούσε πολύ για την Σπάρτη, για το πως η Σπάρτη νίκησε την Αθήνα, λάτρευε αυτή την ιστορία».

Ο Στηβ Μπάνον είχε κάνει μάλιστα τη λέξη «Σπάρτη» κωδικό στο κομπιούτερ του. Είχε επίσης γράψει σε ένα άρθρο του, τον Αύγουστο του 2015, ότι το σάιτ του Breitbart News ήταν η Σπάρτη απέναντι στον ανταγωνιστή του, το Fox News, την Αθήνα.

Θα μπορούσε κάποιος να φαντάζεται ότι ένας υπερ-συντηρητικός Αμερικανός θα λάτρευε περισσότερο την Αθήνα, την μητέρα του δυτικού πολιτισμού. Αλλά η καρδιά του Στηβ Μπάνον έκλινε προς την Σπάρτη, η οποία είχε νικήσει την Αθήνα και είχε εγκαταστήσει παντού στον τότε ελληνικό κόσμο ολιγαρχικά και τυραννικά καθεστώτα, υπό τον έλεγχο των Σπαρτιατών. Δεν έχουν σημασία τα αίτια του πολέμου που περιγράφει ο Θουκυδίδης, ο Στηβ Μπάνον αγαπούσε τις νίκες, όποιες κι αν ήταν οι συνέπειες.

Σε σχέση με τον παραλληλισμό ΗΠΑ-Κίνας, ο Στηβ Μπάνον, εκτιμούσε ότι ο πόλεμος ήταν αναπόφευκτος και ότι θα ξεσπούσε μέσα στα επόμενα πέντε ή έξι χρόνια. Το είχε πει τον Μάρτιο του 2016. Εκτιμούσε, μάλιστα, ότι η «Παγίδα του Θουκυδίδη» ήταν μια έννοια που τρομοκρατούσε τους πολιτικούς και τους οδηγούσε να κάνουν πρόωρους συμβιβασμούς, αντίθετους με τα συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών.


Οι εξηγήσεις του Γκράχαμ Άλισον

Ο ιστορικός κάνει την εντελώς αντίθετη ανάλυση από τον Στηβ Μπάνον. Σε συνέντευξή του στην La Croix, δήλωνε:

«Το θέμα των επόμενων δεκαετιών είναι πώς η Κίνα και οι ΗΠΑ θα μπορέσουν να αποφύγουν την «παγίδα του Θουκυδίδη», δηλαδή τον πόλεμο που θα προκύψει από τον ανταγωνισμό ανάμεσα σε μια αναδυόμενη υπερδύναμη (Κίνα) και σε μια κυρίαρχη υπερδύναμη (ΗΠΑ), όπως είχε συμβεί μεταξύ Σπάρτης και Αθήνας, στον 5ο αιώνα π.Χ., ή μεταξύ της Γερμανίας και των γειτόνων της, στα μέσα του 19ου αιώνα. Η ταχεία άνοδος κάθε νέας υπερδύναμης διαταράσσει το statu quo. Ιστορικά, σε 11 περιπτώσεις από τις 15, από το 1500, αυτό κατέληξε σε πόλεμο.

Οι ηγέτες της Κίνας και των ΗΠΑ θα πρέπει να έχουν αυτή την στατιστική κατά νου και να αναγνωρίσουν τη διάσταση του ιστορικού παραδείγματος. Και από τις δύο πλευρές πρέπει να γίνουν σοβαροί συμβιβασμοί, τόσο στις συμπεριφορές όσο και στις δράσεις για να αποφευχθεί μια βίαιη αντιπαράθεση.

Οπως έχει πει ο Lee Kuan Yew, οι ΗΠΑ δεν μπορούν να σταματήσουν την υπερδύναμη Κίνα. Πρέπει να βρουν τον τρόπο να μοιραστούν την κυριαρχία του 21ου αιώνα με μια Κίνα πιο ισχυρή, και αυτό είναι μια πρωτόγνωρη κατάσταση για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ακόμη σήμερα, η Ουάσινγκτον έχει τάση να θέλει να δίνει μαθήματα στην Κίνα, να της ζητάει να της μοιάσει γινόμενη πιο δημοκρατική ή παίρνοντας το δικό της μερίδιο ευθύνης σε μια παγκόσμια τάξη που έχουν ορίσει οι Δυτικοί την επαύριο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Η Κίνα θα εκσυγχρονιστεί και θα αναπτυχθεί σε κράτος δικαίου με ανεξάρτητη δικαιοσύνη, αλλά δεν μπορεί να γίνει μια φιλελεύθερη δημοκρατία γιατί αυτό θα σήμαινε το τέλος της», δηλώνει ο ιστορικός Γκράχαμ Αλισον.


Και προσθέτει:

«Ο πόλεμος ανάμεσα στις δύο υπερδυνάμεις δεν είναι αναπόφευκτος γιατί και οι δύο χώρες έχουν κάθε συμφέρον να κάνουν συμβιβασμούς. Η Κίνα χρειάζεται την αμερικανική αγορά για να πουλήσει τα προϊόντα της. Και οι ΗΠΑ χρειάζονται την Κίνα για να αγοράζει τα ομόλογά της. Και οι δύο χώρες έχουν κοινό συμφέρον από την ελεύθερη διακίνηση στις θάλασσες και από την ασφάλεια των θαλάσσιων οδών. Βραχυπρόθεσμα, οι Κινέζοι ηγέτες θα αποδεχθούν την τεχνολογική και στρατιωτική υπεροχή των Αμερικανών και θα προτιμήσουν την διπλωματία αντί της ισχύος για να επιβληθούν σταδιακά ως η πρώτη οικονομική υπερδύναμη».

Η παγίδα του Θουκυδίδη και η Βόρεια Κορέα

Ο αναλυτής και αρθρογράφος της Le Monde, Alain Frachon, πάει ένα βήμα παραπέρα: εκτιμά ότι το αδιέξοδο που δημιουργήθηκε με την Βόρεια Κορέα, με αφορμή τα πυρηνικά, είναι ένα υποπροϊόν των αυξανόμενων εντάσεων που σημαδεύουν την σχέση μεταξύ Κίνας και ΗΠΑ.

Γράφει χαρακτηριστικά:

«Πάντα πονηρός, ο Κιμ Γιόνγκ Ουν, εκτοξεύει πυραύλους. Είναι ένας από τους αγαπημένους τρόπους για να περνάει την ώρα του ο νεαρός δικτάτορας της Βόρειας Κορέας. Είναι επίσης ο τρόπος του να προκαλεί τον Ντόναλντ Τραμπ. Ο αμερικανός πρόεδρος, μεγαλόστομος και υπερβολικός όπως πάντα, απαντά απειλώντας τον Κιμ με τα χειρότερα αντίποινα και εκείνος με τη σειρά του εκτοξεύει έναν ακόμη πύραυλο για να του δείξει ότι δεν τον φοβάται.

Αυτή η ανταλλαγή προσβολών, η οποία θυμίζει αυλή δημοτικού σχολείου, διαρκεί τώρα πολλούς μήνες και ο Τραμπ απαντά πάντα με τον ίδιο «Ολες οι επιλογές είναι στο τραπέζι». Με τη φράση αυτή θέλει να δείξει ότι η Αμερική είναι έτοιμη να εκτοξεύσει προληπτικό χτύπημα εναντίον της Βόρειας Κορέας αν ο Κιμ αναπτύξει πυρηνικό όπλο ικανό να πλήξει τις ΗΠΑ.

Ο Τραμπ ελπίζει ότι θα εκφοβίσει τον Κιμ και εκείνος πιστεύει ότι ο Τραμπ μπλοφάρει. Το πρόβλημα που υπάρχει είναι ότι και οι δύο ηγέτες είναι ψεύτες με πατέντα για ένα θέμα όπου η αξιοπιστία είναι στοιχείο-κλειδί. Πολύ συχνά οι πόλεμοι ξεκινούν ότι κάποιος κάνει λάθος εκτίμηση για τις προθέσεις του αντιπάλου.


Ο νεαρός Κιμ ενσαρκώνει μια τυραννική δυναστεία, ωμή και βίαιη, η οποία ωστόσο κατέχει ένα μέρος του κορεατικού εθνικισμού. Για τον Κιμ, το πυρηνικό όπλο είναι σαν μια ασφάλεια ζωής. Αν η Πιονγκιάνγκ κατέχει διηπειρωτικό πύραυλο ικανό να εκτοξεύσει πυρηνική κεφαλή σε αμερικανική πόλη, ποτέ οι ΗΠΑ δεν θα τολμούσαν να της επιτεθούν και να της επιβάλλουν αλλαγή καθεστώτος, όπως έγινε στο Ιράκ ή στην Λιβύη.

Ο στρατηγικός στόχος της Κίνας στην υπόθεση της Βόρειας Κορέας είναι ριζικά αντίθετος με αυτόν των ΗΠΑ. Ως σήμερα, ποτέ η Κίνα δεν σταμάτησε την πορεία της Βόρειας Κορέας προς την απόκτηση πυρηνικών όπλων. Ως το τέλος της δεκαετίας, η Βόρεια Κορέα θα μπορεί να πλήξει τις ΗΠΑ».


Ο Γκράχαμ Αλισον είναι επίτιμος καθηγητής στο Χάρβαρντ και διευθυντής του Belfer Center for Science and International Affairs, 77 ετών σήμερα. Δημοσίευσε πολλά έργα, όπως Essence of Decision:  Explaining the Cuban Missile Crisis (1971),  ένα κλασικό έργο της θεωρίας των διεθνών σχέσεων, το Nuclear Terrorism : The Ultimate Preventable Catastrophe (2004) και το Lee Kuan Yew :  The Grand Master’s Insights on China, the United States, and the World (MIT Press, 2013).
Ηταν επικεφαλής της Kennedy School of Government από το 1977 ως το 1989, είναι ειδικός σε θέματα ασφάλειας και άμυνας. Παράλληλα με αυτές τις δραστηριότητες, άσκησε καθήκοντα συμβούλου στο Πεντάγωνο, ειδικά επί Μπιλ Κλίντον, ως σύμβουλος Αμυνας, σε θέματα πολιτικής για την Ρωσία, την Ουκρανία και άλλες χώρες της πρώην Σοβιετικής Ενωσης.

Πηγή: iefimerida.gr