Σ' ένα έγκλημα που συγκλόνισε την Πάτρα τη δεκαετία του '80 βασίστηκε το βιβλίο «Τα πουλιά με το μαύρο κολάρο» του πατρινού λογοτέχνη Κώστα Λογαρά. Τη θέση του Γιάννη -που έρχεται από το παρελθόν- καταλαμβάνει ο Μαρίνος (ο πρωταγωνιστής-θύτης του μυθιστορήματος), ενώ στη θέση του μυθιστορηματικού Στρατή βρίσκεται ο 15χρονος Βαγγέλης, τρόφιμος του Σκαγιοπουλείου ιδρύματος…

Για την υπόλοιπη Ελλάδα, εκτός της Πάτρας, η στυγερή δολοφονία του ανήλικου τροφίμου του ιδρύματος ήταν εν πολλοίς ένα από εκείνα τα συμβάντα που έχουν καταγραφεί στα βιβλία των αστυνομικών συμβάντων. Αντιθέτως, για τους πατρινούς αναγνώστες του τοπικού Τύπου ήταν το ρεπορτάζ που «ρουφήχτηκε» μέχρι και την τελευταία λέξη του όσες μέρες κι αν φιλοξενήθηκε κάτω από τον κεντρικό τίτλο των εφημερίδων.

Το έγκλημα, όπως αναφέρει η εφημερίδα "Πελοπόννησος", διαπράχθηκε τις νυχτερινές ώρες του Ευαγγελισμού. Θύμα ήταν ο 15χρονος τρόφιμος του Σκαγιοπουλείου, ο μικρός Βαγγέλης, που καταγόταν από τη Μεγάλη Χώρα Αγρινίου. Το πτώμα του είχε βρεθεί στις 6.30 το πρωί στον πεζοδρόμιο της Δημητρίου Υψηλάντου, κοντά στη διασταύρωση με την οδό Ναυαρίνου, από περαστικούς. Οι τελευταίοι ειδοποίησαν την Αστυνομία, αφού προηγουμένως διαπίστωσαν ότι μέσα στον τυλιγμένο με κουβέρτες και δεμένο με υφασμάτινες λωρίδες σωρό, υπήρχε το νεκρό αγόρι…


Το σώμα του ήταν βουτηγμένο στα αίματα από τις δέκα μαχαιριές που είχε δεχθεί. Πέρασαν λίγα 24ωρα μέχρι να φτάσει η Αστυνομία στα χνάρια του 22χρονου Γιάννη, με τον οποίο ο έφηβος διατηρούσε φιλική σχέση. «Ένιωσα ξαφνικά την ανάγκη να του κάνω κακό, να τον κάνω να πονέσει» διαβάζουμε τα λόγια του δολοφόνου από τα δημοσιεύματα της εποχής. Το θύμα είχε ζητήσει άδεια από τον υπάλληλο υπηρεσίας του Σκαγιοπουλείου να πάει σινεμά λόγω της ονομαστικής γιορτής του. Με τον Γιάννη συναντήθηκαν σε καφενείο των Υψηλών Αλωνίων, όπως και οι πρωταγωνιστές του μυθιστορήματος. Ο σεσημασμένος δράστης είπε ότι αισθάνθηκε αδιαθεσία και έφυγε για το σπίτι του. Ισχυρίστηκε τότε στους αστυνομικούς ότι ο 15χρονος ζήτησε να τον ακολουθήσει και να μείνει μαζί του μέχρι την ώρα που θα έπρεπε να επιστρέψει στο ίδρυμα. Ακολούθησε το κακό που σφράγισε την μοίρα και των δύο ανθρώπων…
 
Μετά την δολοφονία, ο Γιάννης συσκεύασε το πτώμα και το μετέφερε σε απόσταση μόλις 25 μέτρων από το σπίτι του. Στη συνέχεια επέστρεψε στο σπίτι του, «πήρε το μπουφάν και τα παπούτσια του θύματος και τα εγκατέλειψε στη διασταύρωση των οδών Παπαφλέσσα και Κορίνθου», απ' όπου τα παρέλαβε απορριμματοφόρο του δήμου.
 
Το στυγερό φονικό προκάλεσε κοινωνική αναστάτωση. Είναι χαρακτηριστικό ότι η προγραμματισμένη -πρώτη- αναπαράσταση του εγκλήματος αναβλήθηκε, καθώς είχε συγκεντρωθεί πλήθος πολιτών στο σημείο, απειλώντας να λιντσάρει τον δολοφόνο.