Είμαι γκαντέμα. Κι απ΄ αυτό που ακολουθεί θα καταλάβετε τι εννοώ.

Που λέτε, κάνει ένα μπαμ ο ουρανός και αρχίζει να τρέχει το νερό, λες και έσπασε ένα μεγάλο ακουάριουμ. Νερόοο; Πολύ νερό! Διόλου απίθανο να βρέθηκαν και ψαριά λίγο παραπέρα. Ομπρέλα δεν είχα. Φοράω την κουκούλα και αρχίζω να τρέχω. Σε αυτό το σημείο πρέπει να πω ότι μετανιώνω την ώρα και τη στιγμή που αγόρασα μπουφάν με παχιά γούνα στην κουκούλα. Το ορκίζομαι, δεν βολεύει καθόλου! Έτσι όπως πέφτει μπροστά, βλέπω μόνο τα μισά.

Στα χέρια ψώνια, σακούλες, τσάντες, δώρα Χριστουγεννιάτικα χαμός. Είναι και μερικά πλακάκια στο πεζοδρόμιο, που αν τα πατήσεις τη λάσπησες. Με φόβο λοιπόν, μην τη λασπήσω-ενώ την είχα λασπήσει ήδη-, παίρνω φόρα και πηδάω ένα ροκ πλακάκι για να βρεθώ στον δρόμο. Έλα, μου όμως που μετά το κράσπεδο, υπάρχουν ενίοτε οι βάσεις απ΄ τα πορτοκαλί -περιττό να το πω-σπασμένα κολωνάκια. Αυτά δεν το είχα υπολογίσει. Ένας περαστικός παραπατάει και το πόδι του γυρίζει, ενόσω ένα αυτοκίνητο φρενάρει απότομα πίσω του. Σκύβω και τον τραβάω απ΄ την κουκούλα λίγο πριν βρεθεί με χέρια πόδια στο δρόμο. Εκείνος αντανακλαστικά ανοίγει τα χέρια για να μην πέσει με τα μούτρα στην υγρή, αλλά καθόλου καυτή άσφαλτο, και μου ‘ρχεται στην πλάτη η σακούλα του κιλού με τα μοσχοσάπουνα, που κουβαλούσε. Χειροποίητα, μεγάλα, στιβαρά τούβλα-σαπούνια μου ‘ρχονται όλα στην πλάτη. Μιλάμε για πάνω από κιλό, γιατί πού να βρει ο άνθρωπος ξανά τέτοια ευκαιρία;

Φτάνω όπως όπως στο απέναντι πεζοδρόμιο. Πιάνω μια κολώνα και αρχίζω να βογκάω. Μου βγαίνει ένας ήχος απ΄ τον πόνο σαν γάβγισμα. Πετάγεται ένας κύριος απ΄ τη γωνιά και μου λέει: Έχασα τον σκύλο μου, μήπως τον είδες; Όχι, αλλά αν σου κάνω εγώ . . . Κουτσά στραβά γύρισα σπίτι.

Κι αντί για το πλυντήριο άπλωσα εμένα, τα δώρα και τα ψώνια μου.