Με λένε Ελένη, τον λένε Κώστα. Η μοίρα κι η τύχη μας κοινή. Κι απ΄ αυτό που ακολουθεί θα καταλάβετε τι εννοώ.

Που λέτε, κάνει ένα μπαμ ο ουρανός και αρχίζει να τρέχει το νερό, λες και έσπασε ένα μεγάλο ακουάριουμ. Νερόοο; Πολύ νερό! Διόλου απίθανο να βρέθηκαν και ψαριά λίγο παραπέρα. Ομπρέλες δεν είχαμε. Φοράμε τις κουκούλες και αρχίζουμε να τρέχουμε. Σε αυτό το σημείο πρέπει να πω ότι μετανιώνω την ώρα και τη στιγμή που αγόρασα μπουφάν με παχιά γούνα στην κουκούλα. Το ορκίζομαι, δε βολεύει καθόλου! Έτσι όπως πέφτει μπροστά, βλέπω μόνο τα μισά.

Στα χέρια ψώνια, σακούλες, τσάντες, δώρα Χριστουγεννιάτικα χαμός. Είναι και μερικά πλακάκια στο πεζοδρόμιο, που αν τα πατήσεις τη λάσπησες. Με φόβο λοιπόν, μην τη λασπήσουμε-ενώ την είχαμε λασπήσει ήδη-, παίρνουμε φόρα και πηδάμε ένα ροκ πλακάκι για να βρεθούμε στο δρόμο. Έλα, μου όμως που μετά το κράσπεδο, υπάρχουν ενίοτε οι βάσεις απ΄ τα πορτοκαλί -περιττό να το πω-σπασμένα κολωνάκια. Αυτά δεν το είχαμε υπολογίσει. Ο Κώστας παραπατάει και το πόδι του γυρίζει, ενόσω ένα αυτοκίνητο φρενάρει απότομα πίσω του. Σκύβω και τον τραβάω απ΄ την κουκούλα λίγο πριν βρεθεί με χέρια πόδια στο δρόμο. Εκείνος αντανακλαστικά ανοίγει τα χέρια για να μην πέσει με τα μούτρα στην υγρή, αλλά καθόλου καυτή άσφαλτο, και μου ‘ρχεται στην πλάτη η σακούλα του κιλού με τα μοσχοσάπουνα. Χειροποίητα, μεγάλα, στιβαρά τούβλα-σαπούνια μου ‘ρχονται όλα στην πλάτη. Μιλάμε για πάνω από κιλό, γιατί πού να βρούμε ξανά τέτοια ευκαιρία;

Φτάνουμε όπως όπως στο απέναντι πεζοδρόμιο. Πιάνουμε μια κολώνα και αρχίζουμε να βογκάμε. Άλλος για το πόδι του, άλλος για την πλάτη του. Μας βγαίνει ένας ήχος απ΄ τον πόνο σα γάβγισμα. Πετάγεται ένας κύριος απ΄ τη γωνιά και μας λέει: Παιδιά, έχασα τον σκύλο μου, μήπως τον είδατε; Όχι, αλλά αν σου κάνουμε εμείς . . . Κουτσά στραβά γυρίσαμε σπίτι.

Κι αντί για το πλυντήριο απλώσαμε εμάς, τα δώρα και τα ψώνια μας.