Με είχε πάρει κάποτε στη δούλεψή του ένας κύριος που ήθελε να στήσω την εικόνα του. Αφού κατάφερα, λέει, να στήσω τη δική μου εικόνα απ’ το πουθενά και είμαι τόσο καλή στα εργαστήρια δημιουργικής γραφής, σίγουρα θα μπορούσα να κάνω κάτι παραπάνω γι΄ αυτόν. Είχε κάνει πολλά χιλιόμετρα στα γράμματα. Του έλειπε μια οργάνωση. Με λεφτά τον ρωτάω; Με λεφτά, μου απαντάει.

Πάω την πρώτη μέρα. Mου λέει αυτό και κείνο θέλω. Οκ, το ΄χω. Και του το κάνω. Πάω τη δεύτερη μέρα.  Ααα, πάμε πολύ καλά! ‘Αμα κάναμε κι αυτό, όπως κι εσύ, θα ήταν μια χαρά. Οκ, το ΄χω. Και του το κάνω. Παραγγέλνει έναν καφέ και με κερνάει. Τον καφετζή θα τον πλήρωνε μόλις κατέβαζε το φλιτζάνι. Πάω την τρίτη μέρα. Βλέπω ένα φλιτζάνι στο μπάνιο. Το κοιτάω καλύτερα. Ήταν το δικό μου φλιτζάνι. Είχε το κραγιόν μου απάνω. Πιάνω δουλειά. Έρχεται, βλέπει και φεύγει πολύ ευχαριστημένος. Πάω την τέταρτη μέρα. Τον ακούω να μιλάει στο τηλέφωνο: Στέλνουν τον κώλο τους από βιβλία! Συγνώμη; λέω από μέσα μου. Δε φτάνει που σου στέλνουν βιβλία δε σ΄ αρέσει κιόλας . . .Πιάνω δουλειά. Έρχεται, βλέπει και φεύγει πολύ ευχαριστημένος. Πάω την πέμπτη μέρα. Να σου πω του κάνω, κάναμε αυτό και εκείνο και το άλλο τόσο πάει η ώρα πρέπει να με πληρώσεις. Θα το σκεφτώ, μου λέει. Φεύγω, του απαντώ.

Τελικά, με είχε πάρει στη δουλεία του ένας που με ζήλεψε. Αυτό δεν είναι και τόσο κακό . . .Το κακό ήταν που τα βιβλία δεν έφταναν στη σωστή οδό. Και το δίδαγμα είναι: καλύτερα είναι να χαρίζεις ένα βιβλίο σε έναν που θέλει και αγαπά το διάβασμα ανώνυμο, άνθρωπο της διπλανής πόρτας, άνεργο, του μεροκάματου, παρά να το χαραμίζεις.

Με αφορμή τις φίλες και τους φίλους που εκδίδουν, γράφουν, στέλνουν, παρουσιάζουν!