Περιμένω στην ουρά.

Έχω δανειστεί ένα βιβλίο και θέλω να το επιστρέψω. Ησυχία πολλή. Μου αρέσει αυτή η ησυχία της βιβλιοθήκης. Με κάνει να θέλω να κάτσω και ‘γώ. Ένας θερμός με καφέ και ένα καλό βιβλίο, είναι ό,τι πρέπει για να ηρεμήσω. Ζω ένα ατέλειωτο άγχος, γιατί συνηθώς τα πράματα μου έρχονται ή όλα ή τίποτα. Και τώρα διανύω την περίοδο του «όλα».

Α, ναι, και τι έλεγα; Ησυχία πολλή. Ξαφνικά, μπαίνει μία κοπέλα. Φαίνεται σαν κάτι να ψάχνει απεγνωσμένα. Μας κοιτάει εξεταστικά, όλους έναν έναν. Έρχεται και μου λέει: Εσύ είσαι καπνίστρια, φαίνεσαι! Πες μου ό,τι έχεις και αναπτήρα; Ψάχνω στην τσάντα μου και της τον δίνω. Όχι, όχι έλα να κάνουμε μαζί ένα τσιγάρο. Έλα, να μου κάνεις παρέα. Καλά, έρχομαι της λέω.

Βγαίνουμε έξω. Ανάβει το τσιγάρο της, τραβάει μια ρουφηξιά και λέει: Τόσος κόσμος πάνω που διαβάζει, ούτε ένας καπνιστής. Έχει τόσα πολλά αγόρια και θέλω να πιάσω κουβέντα με καναδυό και δεν καπνίζουν. Άντε να πάει στο διάολο, δεν καπνίζουν, αλλά έναν αναπτήρα θα μπορούσαν να τον έχουν! Βλέπεις, δεν έχω φίλους. Όλοι τελείωσαν, έφυγαν και γω έμεινα. Δεν έχω με ποιον να μιλήσω. Είναι φοβερό να μην έχεις να μιλήσεις με κανέναν. Γυρνάω σπίτι κι ανοίγω την τηλεόραση, μόνο και μόνο για να ακούγεται κάτι. Γι΄ αυτό έρχομαι εδώ. Για να διαβάσω, για να περάσω την ώρα μου, για να μιλήσω. . . Το τσιγάρο είναι μια αφορμή. Χάρηκα που σου τα ‘πα, ελπίζω να μην σε κούρασα. Και μου λέει και το όνομά της. Και το επίθετό της. Τα επίθετα μας έμοιαζαν με μια μικρή διαφορά στην κατάληξη. Αυτό δεν της έκανε καμία έκπληξη μόνο μου είπε: Άντε πάμε μέσα τώρα να σιωπήσουμε. 

Και πήγαμε.