Είναι πλέον γνωστό.

Με τις οδούς δεν τα πάω καλά. Ιδίως με αυτές που ξεκινάνε και ξεχνάνε να σταματήσουν π.χ. Κορίνθου 300κάτι, Μαιζώνος 100 και βάλε.

Αν μου πεις μαγαζί, κάτι γίνεται. Κατατοπίζομαι.Αυτό που ψάχνω, το βρίσκω αμέσως!Γίνομαι αετόστ και φτάνω εκεί που είναι να πάω. Ψάχνω να βρω μία διεύθυνση. Έχω ιδρώσει. Είναι ακόμα Άνοιξη του Νοέμβρη.Κρατάω στο χέρι μπισκότο και καφέ, τσάντα, καμπαρντίνα και περπατάω με βήμα ταχύ.

Ψάχνω, ψάχνω και δεν μπορώ να βρω πού είναι. Πού είναι; αγχώνομαι. Η ώρα περνάει, δε θα προλάβω. Πρέπει να προλάβω. Διασταυρώνομαι στο πεζοδρόμιο με μια τύπισσα-τυπάρα την εκόψα εξαρχής.

Πού είναι αυτό; τη ρωτάω. Α, μου λέει, πάνω στο δρόμο που ενώνει το βουνό με τη θάλασσα. Ποιον από όλους; Πίσω μας έχουμε βουνά και μπροστά μας μια ατέλειωτη θάλασσα!

Αλλά εντάξει, αφού μου ‘δωσε την ατάκα απλόχερα, μπορώ πλέον να μπω ήσυχη στις εικόνες του google και να βρω αυτό που ψάχνω.

Το μπισκότο έχει φαγωθεί, καφές δεν έχει μείνει.