Τετάρτη. Η αγαπημένη μου μέρα. Πλέον. Λείπει ο γύφτος απ΄ το παζάρι; Όχι.

Σηκώνομαι νωρίς, τρώω πρωινό, πίνω καφέ, φοράω φόρμες, παίρνω ψιλά και βγαινώ. Σχεδόν- όχι απόλυτα όμως- οι πάγκοι είναι κάτω απ΄ το σπίτι μου. Αγόρασα ρόδια, κάστανα, κυδώνια και κόκκινες πιπεριές για να τις κάνω ψητές και γεμιστές.

Τα γεμιστά γίνονται πιο νόστιμα με κόκκινες πιπεριές. Αφήνουν μια γλύκα. Μια κούπα ρύζι και μισή τραχανά έρχονται και δένουν. Χαρούμενη για τα ψώνια μου, φεύγω. Λέμε και καλημέρες με τους παγκόβιους. Μερικοί με θυμούνται απ΄ τις προηγούμενες φορές και με ρωτούν τι κάνω και αν θα με δουν την άλλη Τετάρτη. Εννοείται, τους λέω, φέρτε τα καλύτερα και γω θα ‘μαι δω.

Μπροστά μου, καθώς προχωράω με ένα βήμα τη φορά μετρώντας ως το πέντε ή το οχτώ κι ο δρόμος στενός, δυο γριούλες με τα καροτσάκια τους. Εντάξει, έχουν πιαστεί τα δαχτύλα μου απ΄ τις σακούλες. Το αίμα δεν κυκλοφορεί. Θέλω να φωνάξω. Ή πάτε πιο γρήγορα ή πάρτε τις σακούλες απ΄ τα χέρια μου.

Και οι γριούλες κυρτωμένες και ρυτιδιασμένες τιτιβίζουν. Μια χαρά σε βλέπω, κούκλα είσαι! Και εσύ μια χαρά είσαι, να σκέφτεσαι ότι δεν έχεις τίποτα! Ναι, ναι έτσι είναι. . . Δεν έχουμε τίποτα! Να μου το θυμηθείς, αυτές καλέ θα φτάσουν τα εκατό και θα ‘ναι μια χαρά και γω ως την επόμενη Τετάρτη θα ‘μαι πίσω τους και θα ξεφυσάω χωρίς δάχτυλα ή χωρίς τα ψωνιά μου. Θα νιώθω χάλια.

Γλυκούλες . . .

Με κατάλαβαν και με άφησαν να περάσω.