Περπατούσαμε στην πλατεία. Χωρίς σκοπό κανένα. Διψασμένοι και ιδρωμένοι. Ένα παιδί μας κοίταξε κάπως περίεργα, κάπως αγριεμένα. Πάτησε στον ιδρώτα μας που έσταξε στην πλάκα και γλίστρησε. Σήκω πάνω, του λέει η μαμά του. Μαααα... κάνει εκείνο. Δεν έχει μά και ξε μά! Σήκω, δεν έπαθες τίποτα! Φεύγει το παιδί και αποκαλύπτεται. Μια ασπρόμαυρη αφίσα Α4 ήταν κολλημένη σε μια κολόνα. Μας καλούσε σε μια ομιλία. Έχεις πάει ποτέ; Όχι! Μόνο για νεράιδες. Α, και σε μια γιόγκα γέλιου, εσύ; Όχι, ποτέ. Δεν έτυχε εξάλλου.

Ήταν κοντά, το βρήκαμε αμέσως. Μπαίνουμε σε ένα παλιό βιβλιοπωλείο από κείνα που μυρίζουν μούχλα και σκόνη, τα πατώματα τρίζουν και το φως είναι κίτρινο, και καθόλου δε θέλεις να φύγεις. Εμφανίζεται ένας αχώνευτος γέρος με μάτια που έχουν ξεθωριάσει. Ποιοι είστε εσείς; Δεν σας έχω ξαναδεί. Από πού έρχεστε; Από το δρόμο, απαντάμε. Ε, τότε περάστε! Είστε ευπρόσδεκτοι. Παραγγείλτε και κάτι, μας συμβούλεψε βλέποντας το κακό μας το χάλι.

Βγαίνουμε σε μια αυλή γεμάτη κισσούς, δέντρα και γατιά σκαρφαλωμένα στους τοίχους. Οι υπόλοιποι μας κοιτούσαν για ώρα. Μάλλον ήταν παλιοί και ήξεραν από αυτά. Βολευτήκαμε. Ήπιαμε μια λεμονάδα και μια μπύρα σχεδόν μονορούφι. Παραγγείλαμε άλλη μια γύρα. Όπου να ΄ναι θα άρχιζε. Βγήκε ένας ολιστικός θεραπευτής και μίλησε. Είπε πολλά. Καταλάβαμε λίγα. Δεν τα είχαμε νιώσει ποτέ. Ποτέ δεν είχαμε βγει από το σώμα μας.

Όλοι οι άλλοι είχαν να μοιραστούν εμπειρίες από τους ίδιους και από τα ξαδέλφια τους. Πονούσε έλεγαν την πρώτη φόρα. Ήταν σχεδόν τρομακτική εμπειρία, ισχυρίζονταν. Θέλει εξάσκηση, συμπλήρωναν, για να το κάνεις αυτό. Άλλοι γεννιούνται έτσι και άλλοι το μαθαίνουν-πάντως μακριά από τα ναρκωτικά. Να βλέπεις τον εαυτό σου να κοιμάται και συ να είσαι μια άλλη οντότητα και να περπατάς έχοντας όλες σου τις αισθήσεις. Μπορούσες να πας όπου ήθελες. Μπορούσες να ταξιδέψεις μακριά, πολύ μακριά. Να είσαι κλινικά νεκρός και να βλέπεις ένα τούνελ θεοσκότεινο και στο βάθος ένα φως. Το φως να σε οδηγεί. Περπατάς, περπατάς και βλέπεις ανθρώπους να σε καλωσορίζουν και να σε στέλνουν πάλι πίσω γιατί έχεις δρόμο ακόμα μπροστά σου. Και να ξυπνάς και να τα θυμάσαι όλα μα όλα.

Παραγγείλαμε άλλη μία γύρα. Ήμασταν όντως ξένοι σε αυτήν την αυλή. Αλλά είχα μια ερώτηση. Αφού τελείωσε η ομιλία σήκωσα το χέρι. Θα χρειαστεί να φωνάξεις για να σε ακούσω. Έχω καθαρή φωνή, θα με ακούσετε, υπόσχομαι και μπαίνω στο πνεύμα της κουβέντας: Τι γίνεται όταν στα όνειρά μου με επισκέπτονται πρόσωπα που ξέρω για να μου δώσουν μια συμβουλή για καλό; Ο άνθρωπος που προσεύχεται για σένα με οποιονδήποτε τρόπο, δεν τον ξέρεις. Εμφανίζεται όμως με τις μορφές που μπορείς να δεχτείς, που μπορείς να ακούσεις κάτι από αυτούς.

Τρόμαξα λίγο και φύγαμε.