Μια κοπέλα στο θαλάσσιο λεωφορείο είχε ένα γιγάντιο μουστάκι. Είχε βαμμένα μαλλιά, ματόκλαδα, χείλη και νύχια. Ήταν κομψά ντυμένη στα μαύρα και φορούσε ένα μπλε καπέλο με ροζ τριαντάφυλλα γύρω γύρω. Και γω σκεφτόμουν ότι όπως γυρίζε η προπέλα, θα μπορούσε να της το έπαιρνε λίγο. Σίγουρα χωρίς το μουστάκι θα ήταν πιο όμορφη.

Και η θάλασσα μπροστά μου ήταν όμορφη. Βουτάω. Κρύα όσο πρέπει και σχετικά βαθιά. Ακόμα και το νερό της δεν ήταν τόσο αλμυρό. Ευχαρίστως το ΄πινα. Κολύμπησα και χόρτασε το σώμα μου. Βγαίνω. Θέλησα να κάνω ντουζ σε ένα λάστιχο που πήρε το μάτι μου στην παραλία δίπλα στα αποδυτήρια. Το λάστιχο ήθελε κλειδί. Και κλειδί δεν είχα. Το κλειδί το είχαν κάποιοι. Από όσους ήταν γύρω μου κανένας δεν είχε το κλειδί. Το νερό είναι ακριβό εδώ. Δεν έχει πίεση, έτσι μου είπαν.

Οπότε σκέφτηκα, θα βρέξω τα πόδια μου στη θάλασσα για να τα καθαρίσω από την άμμο και μόλις στεγνώσουν θα φορέσω τα παπούτσια. Στην άμμο δεν ήθελα να πατήσω. Βλέπω μπροστά μου δυο σκαλοπάτια. Ωραία λέω, θα καθίσω εδώ και θα βάλω τα πόδια μου μέσα. Το ένα ήταν όλο τσιμέντο και το άλλο όλο γλίτσα. Το ΄χω. Έπεσα. Ούτε κατάλαβα πώς. Σήκωσα το κεφάλι και έτσι κατάφερα ένα τίμιο χτύπημα λίγο πιο κάτω από τον αυχένα. Με το δεξί χέρι έβαλα φρένο. Το αριστερό αρκέστηκε σε μια χαιρετούρα.

Είσαι καλά; Είσαι καλά; Ρωτάνε όλοι γύρω μου. Ναι, μια χαρά, πλένω τα πόδια μου. Σε είδαμε. Ευτυχώς σήκωσες το κεφάλι σου! Σηκώνομαι. Καλά, θα κάνω μια βόλτα στο λιμάνι μέχρι να στεγνώσω. Περνάνε άμαξες, μυρίζουν ψαράκια και κρέπες, πωλούνται αμυγδαλωτά. Ξανά πέφτω σε ένα σκαλοπάτι και στρογγυλοκάθομαι.Πετάω σαγιονάρα και βάζω παπούτσια. Εκεί στη μέση του σκαλοπατιού. Γιατί η κακία πληρώνεται δις. Αλλά στις Σπέτσες έχω δυο οικόπεδα. Ένα πλάι στο κύμα κι ένα αγκαλιά με τα αμυγδαλωτά.