Αγαπώ τα πρωινά της Τετάρτης.

Έχει λαϊκή στη γειτονιά. Φρούτα, λαχανικά, αυγά, ψάρια, κότες, ρίγανη, μέλι, ρούχα και παπούτσια, τσάντες, μαγιώ, βρακιά στη φθήνια. Πάντα γυρίζω φορτωμένη. Το φαγητό μου νοστιμίζει. Έχω πάρει και κάτι μοναδικά κομμάτια που με κάνουν μοντελάκι! Και σίγουρα δεν είναι μόνο για το ευρώ που πάω στη λαϊκή, αλλά για την ατάκα. Τέτοια ετοιμότητα δε συναντώ πουθενά αλλού.

Κόκκινη σαν πιπεριά. Ένα πράμα . . . σε βλέπουν και ξέρουν τι θες ή δε θες, σε ψιλοδουλεύουν κιόλας κι αυτό είναι το καλύτερο. Σήμερα ας πούμε πέρασα μπροστά από ένα πάγκο μια σταλιά που είχε μόνο φραγκόσυκα. Όχι εντάξει! Μια φορά έφαγα φραγκόσυκο όταν πήγα στη Μονεμβασιά και γέμισα αγκάθια. Στα χέρια και στα χείλια. Μια βδομάδα έκαναν να φύγουν. Να θέλω να δώσω κάνενα φιλί ανταλλαγής και μίξης σαλιών και να μην μπορώ.

Ούτε καν πεταχτό! Σκέτη κόλαση. Σκέτη αρρωστημένη κόλαση. Εγώ ξέρω το σύκο. Σύ-κο. Καταλαβαίνεις; Δε μου χρειάζεται άλλο προσδιοριστικό από μπροστά. Τρώω μόνο σύ-κα. Τα κάνω και μια χαψιά άμα λάχει. Έτσι με τη φλούδα. Μμμμ νοστιμιά. Γλύκα, μέλι! Και με βλέπει ο θεός του πάγκου φραγκόσυκου που μόλις τον βλέπω αλλάζω ελαφρώς μεριά και με λέει: Υποτιμάς το προϊόν. Εδώ έχουμε μια υποτίμηση του προϊόντος.Το υποτιμάς. Με τη μία το κατάλαβε. Και γω ξεσπάω σε ένα σιγανό γελάκι. Για σένα, συνεχίζει, το λέω. Έλα να σου δείξω πώς το καθαρνάνε. Το κάνεις μια έτσι, κι άλλη μια έτσι, κι άλλη μια, κι άλλη με το μαχαίρι και μετά το τρως με το κουταλάκι σαν το ακτινίδιο. Κατάλαβες; Το ξέρω δεν θα πάρεις. Να πας στο καλό με την ευχή της Παναγιάς! Πήρα την ευχή και έφυγα. Δεύτερη ευκαιρία δε δίνω. Μόνο σπάνια. Εξαιρετικά σπάνια.