Τέσσερις μέρες μετά το Πάσχα. Μόλις φτάσαμε στην Πάτρα. Ακόμα ρευόμαστε τo αρνί. Ξεφορτώνουμε, βάζουμε τα πράματα στο ασανσέρ, γυρνάμε το κεφάλι. Ένας λογαριασμός της ΔΕΗ ξεπροβάλλει σχεδόν ενοχλητικά από το γραμματοκιβώτιο. Ωχ ο κατσικοπόδαρος! Η πόρτα του ασανσέρ ακόμα ανοιχτή, βαλίτσες και σακούλες άναρχα τακτοποιημένες. Με χέρια που τρέμουν τραβάμε δειλά δειλά το λογαριασμό από το γραμματοκιβώτιο. Βάζουμε στοίχημα. Όποιος πέσει πιο κοντά στο ποσό, κερνάει βαρύ ελληνικό. Θυμόμαστε τις πράσινες μύξες, το ντύσιμο τύπου μπλούζα στην μπλούζα, τα ξυλιασμένα ποδάρια. Περάσαμε έναν χειμώνα δίχως θέρμανση. Η οικοδομή δεν έβαλε πετρέλαιο θέρμανσης και η μόνη πηγή ζεστασιάς ήταν ο ήλιος στο παράθυρο -όποτε το θυμόταν- το ηλεκτρικό καλοριφέρ και το υπόστρωμα. Θεέ μου και μεις που το κοροϊδεύαμε... Η καλύτερη εφεύρεση! Πήραν φωτιά τα σεντόνια. Ζεστάθηκε ο κώλος μας. Ακούμε το κύμα της θάλασσας, βλέπουμε κώλους πλαδαρούς και σπάνια σφιχτούς μέσα σε μαγιό, μυρίζουμε αντηλιακό, πιάνουμε την άμμο. Είμαστε έτοιμοι να πούμε έχε γεια καλοκαίρι. Ανοίγουμε το λογαριασμό. Ποιον βαρύ ελληνικό; Κοκτέιλ πάρτυ έχει το βράδυ! Καλοκαίρι; Σου 'ρχόμαστε!