Και έτσι φτάσαμε σήμερα. Θέλουμε να είμαστε καλά και να περνάμε ακόμα καλύτερα. Αλλά και πάντα αυτό ήταν. Παίρναμε χοντρά ρούχα, μπαίναμε στο αυτοκίνητο και τραγουδώντας φτάναμε στο χωριό. Η γιαγιά μας περίμενε με ασβεστωμένη την αυλή και με εκατό κόκκινα αυγά, δέκα μπλε και δέκα κίτρινα. Δεκάξι άτομα σ΄ ένα σπίτι. Ο παππούς διάλεγε ποιο αρνάκι θα 'ταν το τυχερό κι η γιαγιά τον μάλωνε: Άντε γρήγορα, νηστικοί θα μείνουμε!. Κι ένα δάκρυ έτρεχε, γρήγορα το σκούπιζε με την ποδιά. Μέσα της κάτι την έκαιγε. Θα 'μαστε όλοι και του χρόνου; Η θεία Σούλα φούρνιζε τσουρέκια με μαχλέπι κι η θεία Χριστίνα έπλενε τις πλαστικές καρέκλες. Στις ίδιες θα καθόμασταν και το καλοκαίρι. Χωρισμένοι σε δυο ομάδες κορίτσια - αγόρια όλη μέρα παίζαμε. Ξεριζώναμε λουλούδια, κυνηγούσαμε κότες. Μέσα έξω για πιπί, νερό, φαΐ. Κανένας δεν κοιμόταν, ησυχία καμιά. Όλοι μαζί, όλοι χαρούμενοι -κυρίως οι μικροί και οι πολύ μεγάλοι. Καινούρια ρούχα και παπούτσια και οι τσέπες γεμάτες πεντακοσάρικα "Να μην κεράσω και γω στο παιδί μια σοκολάτα;". Κι ύστερα ο διαγωνισμός λαμπάδας. Εμένα έχει και παιχνίδι, ενώ εσένα μόνο κορδέλα. Το δικό μου το αυγό είναι το πιο δυνατό, θα τα σπάσει όλα! Όλα μύριζαν Πασχαλιά και πρώιμα φλερτάκια. Και τώρα έμειναν τα αυγά και τα όλκιμα στιχάκια.