Τις επώδυνες συνέπειες από την καθυστέρηση στο κλείσιμο της αξιολόγησης ομολογεί ο κ. Δημήτρης Τζανακόπουλος σπεύδει ωστόσο να μεταβιβάσει τις ευθύνες στους εταίρους αλλά και να υποστηρίξει πως αν η κυβέρνηση “έκλεινε” την διαπραγμάτευση τον περασμένο Δεκέμβριο οι συνέπειες θα ήταν χειρότερες.

Αίσθηση πάντως προκαλεί η απάντηση του κυβερνητικού εκπροσώπου αναφορικά με την δημοσκοπική καθίζηση του ΣΥΡΙΖΑ καθώς παραδέχεται ότι η “φθορά” οφείλεται στην σκληρή δημοσιονομική πολιτική ενώ προσθέτει πως “προφανώς η κυβέρνηση εξετάζει όλες τις δημοσκοπήσεις...”.

Παράλληλα, εκτιμά ότι η κυβερνητική πλειοψηφία των 153 βουλευτών είναι συμπαγής και πως “θα σταθεί σύσσωμη στο ύψος των περιστάσεων και το ιστορικό της χρέος” όταν η τελική συμφωνία περάσει για ψήφιση στην Βουλή.

Επίσης, σε συνέντευξή του στην εφημερίδα “Ημερησία” παραδέχεται ότι το ορόσημο της 20ης Μαρτίου για κλείσιμο της συμφωνίας έχει χαθεί ενώ εμφανίζεται επιφυλακτικός για το αν θα
υπάρξει συμφωνία στο επόμενο eurogroup της 7ης Απριλίου.

“Επιδίωξη μας είναι να γεφυρωθούν όσες διαφορές απομένουν στα ζητήματα της τεχνικής συμφωνίας και του δημοσιονομικού για το 2019 ώστε στο eurogroup της Δευτέρας να αναγνωριστεί η πρόοδος που έχει συντελεστεί. Αυτή είναι και η προϋπόθεση ώστε αμέσως μετά να ανοίξει και η συζήτηση για τον προσδιορισμό των στόχων για πρωτογενή πλεονάσματα αλλά και για την συγκεκριμενοποίηση των μέτρων για το χρέος για την περίοδο από το 2019 και μετά. Ο στόχος της ελληνικής κυβέρνησης είναι ακριβώς αυτή η συνολική συμφωνία να επιτευχθεί εντός Απριλίου ώστε στη συνέχεια να ανοίξει ο δρόμος για την ένταξη στην ποσοτική χαλάρωση. Νομίζω ότι είναι εύλογο να περιμένουμε σύντομα θετικές εξελίξεις” αναφέρει χαρακτηριστικά.

Αναφορικά με το κόστος των καθυστερήσεων λέει πως “πράγματι η καθυστέρηση έχει συνέπειες” για να προσθέσει σε άλλο σημείο ότι γι αυτή ευθύνεται “η αδιάλλακτη στάση του ΔΝΤ που ζητούσε 4,5 δισ. επιπρόσθετα μέτρα για το 2019. Θεωρούσαμε τότε, όχι μόνο εμείς αλλά και οι ευρωπαϊκοί θεσμοί, ότι το Ταμείο θα άλλαζε στάση εξαιτίας της θετικότερης των προσδοκιών πορείας των εσόδων. Αντίθετα, το ΔΝΤ όχι μόνο δεν υποχώρησε αλλά σκλήρυνε τη στάση του πράγμα που άλλαξε μόλις την 20η Φλεβάρη όταν και επιτεύχθηκε μια επί της αρχής συμφωνία για μέτρα με μηδενικό δημοσιονομικό αντίκτυπο για το 2019. Σε όλα αυτά προσθέστε και την διαφωνία μεταξύ Γερμανίας και ΔΝΤ για το ζήτημα του χρέους οπότε αντιλαμβάνεστε ότι έχουμε μπροστά μας έναν πλανητικής κλίμακας γρίφο που πρέπει να επιλυθεί. Εμείς λοιπόν από την πλευρά μας κάνουμε αυτό που θεωρούμε σωστό. Πιέζουμε για όσο το δυνατόν πιο γρήγορη λύση αλλά δεν πρόκειται από την άλλη να υποχωρήσουμε και σε παράλογες απαιτήσεις. Δεν θα υιοθετήσουμε ποτέ την γραμμή «τόσα και άλλα τόσα» όπως μας καλεί η ΝΔ. Βεβαίως καταλαβαίνω ότι οι καθυστερήσεις έχουν δημιουργήσει μια αίσθηση αβεβαιότητας που τροφοδοτείται και από την γενικότερη πολιτική αστάθεια στην Ευρώπη και τον κόσμο όμως έχω την βεβαιότητα ότι σύντομα θα υπάρξουν θετικές εξελίξεις”.

Αναφορικά με τα σενάρια για ψήφιση της νέας συμφωνίας με αυξημένη πλειοψηφία που τροφοδοτήθηκαν και απο δηλώσεις του κ. Πάνου Σκουρλέτη, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος απάντησε λέγοντας “Η κυβερνητική πλειοψηφία αριθμεί 153 βουλευτές και είναι απολύτως συμπαγής. Τα όποια σενάρια περί αυξημένης πλειοψηφίας, τα οποία σας υπενθυμίζω ότι δεν προέκυψαν τις τελευταίες ημέρες αλλά έχουν φιλοξενηθεί σε συγκεκριμένες εφημερίδες, δίνοντας λαβή στη ΝΔ να αρθρώσει αντιπολιτευτικό λόγο επί ανύπαρκτων θεμάτων, είναι απολύτως αναληθή. Αυτό το οποίο σχολιάστηκε από στελέχη του κόμματος και της κυβέρνησης, είναι ότι εφόσον έρθει μία συμφωνία με θετικό πρόσημο, τότε θα κληθούν να πάρουν ξεκάθαρη θέση και τα κόμματα τόσο της ελάσσονος αλλά κυρίως της μείζονος αντιπολίτευσης. Διότι για αυτό ακριβώς διαπραγματεύεται η κυβέρνηση, για να καταφέρει μία συμφωνία με θετικό και αναπτυξιακό πρόσημο. Αλλά σε αυτό το σημείο, επιτρέψτε μου ένα σχόλιο. Αντί η ΝΔ να σκιαμαχεί για το αν θα ψηφίσει μία συνολική συμφωνία επιβαρυντικών και ελαφρυντικών μέτρων, ενώ κανείς δεν της έχει απευθύνει έκκληση για κάτι τέτοιο, καλό θα είναι να αποφασίσει εάν θα πράξει το ίδιο λάθος που έκανε τα Χριστούγεννα, όταν καταψήφιζε την ενίσχυση των χαμηλοσυνταξιούχων με 617 εκατ. Ευρώ”. “Η κυβέρνηση δεν πρόκειται να φέρει προς ψήφιση στη Βουλή μία κακή συμφωνία, πολλώ δε μάλλον μία συμφωνία η οποία θα υπερβαίνει τις αρχές της κυβερνητικής πλειοψηφίας” επισημαίνει σε άλλο σημείο και συνεχίζει “Ένα πρώτο βήμα προς αυτή την κατεύθυνση έχει ήδη επιτευχθεί με τις βάσεις για μία συμφωνία μηδενικού δημοσιονομικού αντίκτυπου και με σημαντικά αντισταθμιστικά μέτρα, τα οποία θα ψηφιστούν ταυτόχρονα με τις επιβαρύνσεις και στόχο θα έχουν να ελαφρύνουν τα ασθενέστερα κοινωνικά στρώματα. Ως εκ τούτου, όταν ολοκληρωθούν οι διαπραγματεύσεις, η τελική συμφωνία θα περάσει από τα αρμόδια κομματικά όργανα και θα έρθει στη Βουλή προς ψήφιση. Και τότε είμαι σίγουρος ότι η κυβερνητική πλειοψηφία θα σταθεί σύσσωμη στο ύψος των περιστάσεων και το ιστορικό της χρέος. Αυτό που μένει να δούμε, είναι πώς θα διαχειριστεί το δίλημμα που εμφανώς πλέον αντιμετωπίζει στο εσωτερικό της η αξιωματική αντιπολίτευση”.
Τέλος, για την δημοσκοπική υπεροχή της ΝΔ υποστηρίζει πως “επί της αρχής, είναι απολύτως λογικό μία κυβέρνηση, η οποία εφαρμόζει ένα πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής να υφίσταται δημοσκοπική φθορά. Προφανώς και η κυβέρνηση εξετάζει όλες τις δημοσκοπήσεις, ασχέτως εάν πολλές από αυτές ακόμα και στο πρόσφατο παρελθόν έχουν αποτύχει παταγωδώς στον εντοπισμό της πραγματικής δυναμικής των πολιτών και της ψήφου που περνά κάτω από τα ραντάρ.

Οι σφυγμομετρήσεις ποτέ δεν έβγαλαν κυβερνήσεις ούτε πρωθυπουργούς και ακόμα και αν το έκαναν στο παρελθόν, πλέον αδυνατούν διότι έχουν χάσει την αξιοπιστία τους στα μάτια του κόσμου. Το είδαμε τρεις φορές στην Ελλάδα, το Γενάρη του 2015, το Σεπτέμβρη του ίδιου έτους και στο δημοψήφισμα, το είδαμε στο δημοψήφισμα της Βρετανίας και στις εκλογές των ΗΠΑ. Οπότε, όταν έρθει η ώρα της κάλπης, με την εξάντληση της κυβερνητικής θητείας που θα ταυτιστεί με την έξοδο από την επιτροπεία, η ευρεία κοινωνική πλειοψηφία θα κληθεί να αξιολογήσει το σύνολο του έργου της κυβέρνησης, τις προτεραιότητες που έθεσε καθ’ όλη την τετραετία και τον κοινωνικό προσανατολισμό των πολιτικών της, συγκρίνοντάς την με τις προηγούμενες κυβερνήσεις ΝΔ και ΠΑΣΟΚ αλλά και με τα συμφέροντα τα οποία ο καθένας πρεσβεύει. Είτε αυτά είναι της πλειοψηφίας των πολιτών, είτε μίας ολιγομελούς ελίτ που αναζητά την παλινόρθωση ενός χρεωκοπημένου πολιτικού συστήματος. Επομένως, η όποια δημοσκοπική διαφορά προφανώς και είναι εφικτό να ανατραπεί”.