Με αφορμή τη συμπλήρωση 72 χρόνων από το βομβαρδισμό των ιστορικών χωριών Μανεσίου, Τρεχλού και Λαπάτας από γερμανικά "στούκας", τον Ιούλιο του 1943, την Κυριακή 2 Αυγούστου 2015 τελέσθηκε στον Ιερό Ναό Κοιμήσεως της Θεοτόκου Λαπάτας πάνδημο μνημόσυνο για την απότιση φόρου τιμής στα δεκατέσσερα θύματα της ναζιστικής Γερμανίας. Η επίθεση  αποτέλεσε έναν από τους πρώτους κρίκους των θηριωδιών που συντελέστηκαν στην περιοχή μας από τους Γερμανούς κατακτητές και κορυφώθηκαν με τη σφαγή των Καλαβρύτων στις 13 του Δεκέμβρη.  

Η εκδήλωση ξεκίνησε με επιμνημόσυνη δέηση και ακολούθησε ομιλία από τον εκπαιδευτικό και βοηθό Δημάρχου Καλαβρύτων κ. Νικόλαο Μαγκαφά.  Στη συνέχεια έγινε προσκλητήριο θυμάτων και κατάθεση στεφάνων  από το Δήμαρχο Καλαβρύτων κ. Γ. Λαζουρά , τον εκπρόσωπο των οικογενειών των θυμάτων  , τον Πρόεδρο του Συλλόγου Καλαβρυτινών Πάτρας κ. Νικόλαο Μαντά, τον Πρόεδρο του Τοπικού Διαμερίσματος Τρεχλού κ. Ανδρέα Σπηλιόπουλο, τον Πρόεδρο του Πολιτιστικού Συλλόγου Λαπάτας κ. Νικόλαο Αντωνόπουλο, τον Πρόεδρο της Ένωσης θυμάτων Καλαβρυτινού Ολοκαυτώματος κ. Χαρίλαο Ερμείδη. Παρευρέθησαν επίσης και  ο τέως Δήμαρχος Καλαβρύτων και τέως βουλευτής κ. Αθανάσιος Παπαδόπουλος, ο τέως Νομάρχης και αρχηγός της Μείζονος Αντιπολίτευσης Καλαβρύτων κ. Δημήτριος Κατσικόπουλος, ο  Πρόεδρος του Δ.Δ. Μανεσίου κ. Ιωάννης Κουτρουμάνης και ο Πρόεδρος του Πολιτιστικού Συλλόγου Μανεσίου κ. Φωκίων Χολιαστός και αρκετός κόσμος από τη γύρω περιοχή 


Μετά την κατάθεση στεφάνων ακολούθησε ενός λεπτού σιγή προς τιμήν των θυμάτων και  ανάκρουση του Εθνικού Ύμνου.

Η ομιλία του κ. Μαγκαφά ήταν η εξής:

Συγκεντρωθήκαμε σήμερα εδώ για να θυμηθούμε μια ιστορική στιγμή από το έπος του'40, το έπος αυτό που αποτελεί  τον «τελευταίο μεγάλο "λόγο" του ελληνισμού, τον  πιο κοντινό σε εμάς», και ο οποίος θα μπορούσε «να εμπνέει, να κινητοποιεί, να συνέχει έναν λαό σε συνθήκες όπως οι σημερινές και να τον οδηγήσει σε μια νέα, απαραίτητη για την επιβίωσή του, συλλογικότητα». Είναι μια σελίδα από την κατά το  Νίτσε «μνημειακή ιστορία» που μας εμψυχώνει με την πεποίθηση ότι «το μεγαλειώδες που υπήρξε κάποτε σε έναν τόπο, που υπήρξε κάποτε δυνατό σε έναν τόπο, θα είναι για τον λόγο αυτόν άλλη μια φορά δυνατό» και μας επιτρέπει να υπερβούμε την αμφιβολία, την αδυναμία και την αδράνεια.

Μιλάμε για την πεντάχρονη κατοχή της χώρας μας από τις δυνάμεις του Άξονα και τα όσα τραγικά επεσώρευσαν σε όλη την Ελλάδα, αλλά και στον τόπο μας , που εκείνα τα χρόνια έκλεισε το μεγάλο και  επώδυνο  ραντεβού του με την ιστορία. Σήμερα 72  χρόνια μετά καλούμαστε να θυμηθούμε τα θλιβερά γεγονότα που σημάδεψαν  τα τρία χωριά μας, Μάνεσι, Τρεχλό και Λαπάτα, στις 29 Ιουλίου του 1943,όχι γιατί το έχουν τόσο ανάγκη  οι ψυχές των μαρτύρων του τότε.

Αυτοί είναι πλέον αθάνατοι!

Μα κυρίως γιατί εμείς νοιώθουμε την ανάγκη να πιαστούμε από μεγάλες ιδέες και ιδανικά και ίσως πιο πολύ από ποτέ άλλοτε να υψώσουμε το ανάστημα μας σε κάθε ξένον ή εγχώριο που επιβουλεύεται την εθνική υπόσταση της Ελλάδας.

Τα γεγονότα είναι γνωστά και χιλιοειπωμένα. Ωστόσο η επανάληψή τους επιβάλλεται σε μια τελετή σαν τη σημερινή , για να ανακαλέσουν στη μνήμη τους οι παλαιότεροι, να μάθουν οι νεώτεροι και να προβληματιστούμε όλοι.

Βρισκόμαστε στο καλοκαίρι του 1943 και ολόκληρη η περιοχή των Καλαβρύτων βρίσκεται  ακόμα στην κατοχή της Ιταλίας, μιας Ιταλίας όμως που παραπατάει αποδυναμωμένη και αναγκάζεται για αυτό να παραδώσει τη σκυτάλη στη Γερμανική διοίκηση . Οι Γερμανοί αναλαμβάνουν σταδιακά τον έλεγχο των Ιταλοκρατούμενων περιοχών, μεταξύ των οποίων και αυτής των Καλαβρύτων.

Στο μεταξύ η αντιστασιακή δράση του ντόπιου πληθυσμού φουντώνει και οργανώνει αξιόλογα αντιστασιακά γεγονότα στην περιοχή.    Αυτή την αντιστασιακή δυναμική του ελληνικού λαού δέχτηκαν οι Γερμανοί σαν  ηχηρό και προσβλητικό ράπισμα και δεν μπόρεσαν να την συγχωρήσουν. Έτσι επιχείρησαν με κάθε τρόπο να λυγίσουν το αδούλωτο φρόνημα του λαού μας , μετερχόμενοι μέτρα σκληρά, όπως οι εξορίες, τα φρικτά στρατόπεδα συγκέντρωσης,  οι ομαδικές εκτελέσεις και οι άνανδρες εχθροπραξίες σεβάρος του άμαχου πληθυσμού. Ένα από αυτά τα μέτρα ήταν και ο ανηλεής βομβαρδισμός των χωριών μας από 21 αεροπλάνα στούκας στις 29 Ιουλίου 1943.


Ακούστε για λίγο πώς περιγράφει το βομβαρδισμό ένας από τους κατοίκους του Μανεσίου, ο Τάκης Δημητρόπουλος – Κατσέπας:

Μάνεσι, 29 Ιουλίου 1943, ημέρα Πέμπτη.

Σ’ ένα μέρος πάνω από το χωριό, είδαμε να εμφανίζονται αεροπλάνα από το Πετρωτό, πάνω από το Ασάνι. Κι άλλες φορές πέρναγαν από ψηλά αεροπλάνα, αλλά δεν τα βλέπαμε, μόνο τ’ ακούγαμε. Ήταν η πρώτη φορά που τα βλέπαμε από κοντά. Έκαναν μια στροφή πάνω από το χωριό και χαμήλωσαν. Πολλοί άνθρωποι που βρίσκονταν στα αλώνια φώναζαν:

«Είναι αγγλικά, είναι δικά μας, είναι αγγλικά».

Πίστευαν ότι είχαν έρθει οι Άγγλοι να μας απελευθερώσουν! Στην δεύτερη στροφή που έκαναν, είδαμε να φεύγουνε τρία μπαλόνια. Για πρώτη φορά ακούσαμε βόμβα. Τραντάχτηκε η γη. Τα ‘χασα. Ήμουν και μικρός. Με άρπαξε τότε στην αγκαλιά του ο μπάρμπα-Δήμος και μαζί με τη γυναίκα του αδερφού του και τα παιδιά του Τζούδα

τρέξαμε και πέσαμε μέσα σε μια γράνα, όπως μας είχανε ορμηνέψει οι αντάρτες να κάνουμε σε περίπτωση βομβαρδισμού.

Κι άρχισαν τα αεροπλάνα – στούκας καθέτου εφορμήσεως- να βομβαρδίζουν. Φαίνεται ότι κάποιο αεροπλάνο μας είχε εντοπίσει, γιατί στη  συνέχεια έριχναν και τα πολυβόλα και θυμάμαι που «θέριζαν» στεγνά και τα κλαδιά των δέντρων.

Δεν ξέρω πόσο διήρκεσε ο βομβαρδισμός. Είχαμε χάσει την αίσθηση του χρόνου. Ένα σύννεφο σκόνης και καπνού σκέπασε τα πάντα. Τα ζώα τρέχανε τρομαγμένα.

Κάποια στιγμή έφυγαν τα αεροπλάνα. Τελείωσε…σηκωθήκαμε πάνω. Αγκαλιαστήκαμε. Είμαστε ζωντανοί. Ο κόσμος άρχισε δειλά δειλά να βγαίνει έξω, ν’ αναζητάει ο ένας τον άλλον. Κατεβαίνοντας κάτω, δεν ξέραμε τι θα δούμε. Θυμάμαι που περνούσαν τους τραυματίες πάνω σε σκάλες, για να τους πάνε στην κλινική του αείμνηστου Φούρα στην  Τρεκλίστρα.

Εγκαταλείψαμε το χωριό. Κρυφτήκαμε στα λαγκάδια φοβούμενοι τον ξαναγυρισμό των φασιστών

Στο χωριό έπεσαν έξι βόμβες: στο κτίριο της αστυνομίας, στο μαγαζί του πατέρα μου, στην εκκλησία, στο νεκροταφείο, στον κήπο του σπιτιού του Φούρα και στο ταχυδρομείο. Οι συνεργάτες των Γερμανών της περιοχής είχαν υποδείξει ακριβώς τους στόχους.    

Εικόνες φρικτές. Θύμησες που στοιχειώνουν το νου. Τι να πρωτοθυμηθεί κανείς; Τι να ξεχάσει; Κανείς δε μπορεί να υπολογίσει πόση ώρα κράτησε ο βομβαρδισμός, πάντως έμοιαζε με αιωνιότητα.. Το ίδιο σκηνικό και στα άλλα δυο χωριά. Φρίκη, πόνος , οδύνη. Μέσα σε λίγα λεπτά ανατράπηκε η φυσιολογική τάξη των πραγμάτων, όπως εξάλλου συμβαίνει σε κάθε πόλεμο. Μετά από αυτά τα λίγα λεπτά της πύρινης βροχής από μολύβι, ο κόσμος μετρούσε τις πληγές του: Δεκατέσσερις άνθρωποι νεκροί, ανάμεσά τους και παιδιά, 6 παιδιά κάθε ηλικίας. Ευτυχώς που οι περισσότεροι κάτοικοι βρίσκονταν στα χωράφια τους σε αγροτικές δουλειές κι έτσι δε θρηνήσαμε περισσότερα θύματα. Δεκάδες και οι τραυματίες , που τους περιέθαλψε ο γιατρός Φούρας. Και μαζί με αυτά περιουσίες ρημαγμένες, σπίτια, κόποι τόσων ετών, καμένα να κείτονται στη γη, ζώα σκοτωμένα, άλλα ακρωτηριασμένα. Και ψυχές, ψυχές που τα τραύματά τους έχασκαν ανεπούλωτα.

Αυτά είναι τα γεγονότα που τιμούμε σήμερα. Και δεν ανατρέχουμε σε αυτά αντιμετωπίζοντάς τα ως μουσειακό είδος.  Το 1940 και η γενιά του δεν είναι μόνο έπος και ηρωισμός αλλά και στοχαστική ελεγεία και βιωμένη φιλοσοφία, τόνιζε τρία χρόνια πριν ο ακαδημαϊκός Αντώνιος Ρεγκάκος.

Οι περισσότεροι νομίζουμε ότι αυτά τα γεγονότα μοιάζουν μακρινά και δεν μας αγγίζουν πια. Και δεν έχουμε και τόσο άδικο. Ο κόσμος που ζούμε σήμερα, παρά τα γνωστά προβλήματά του, είναι ο καλύτερος που υπήρξε ποτέ. Λιγότεροι πόλεμοι. Τα φυσικά φαινόμενα ελέγχονται καλύτερα. Τα υλικά αγαθά είναι πιο πολλά, ασχέτως από την άδικη κατανομή τους, που μπορεί να διορθωθεί με την ποιότητα των ανθρώπων. Η ίδια η ζωή, όμως, είναι πολύπλοκο φαινόμενο και ο κόσμος γίνεται συνεχώς  περιπλοκότερος.

Ο άνθρωπος, ουσιαστικά, είναι όμηρος σε ένα θανάσιμο εναγκαλισμό στα πλοκάμια της μηχανιστικής πολυπλοκότητας και του Μαμμωνά των αγορών. Αναζητώντας την ευτυχία προκάλεσε τεχνητές και ανεκπλήρωτες  επιθυμίες και έχασε τα  ανθρώπινα χαρακτηριστικά του. Και μέσα σε όλα το φίδι του ναζισμού, εκμεταλλευόμενο τη δυσχερή ελληνική και διεθνή συγκυρία, γεννάει ανενόχλητο τα αυγά του και τα επωάζει με την ανοχή ή καλύτερα τη συνενοχή όλων μας.

Για εμάς τους Έλληνες, ο άμεσος, ορατός και μεγάλος κίνδυνος δρα ευεργετικά, ενεργοποιεί  και πολλαπλασιάζει την ισχύ μας . Οι Πέρσες κατά την αρχαιότητα, οι Τούρκοι αργότερα, οι Ιταλοί και οι Γερμανοί στη συνέχεια μας ένωσαν, μας σφυρηλάτησαν, μας γιγάντωσαν. Ο Έλληνας δεν φοβάται την μείζονα και πασίδηλη κρίση, γιατί πάντα, όσο καιρό κι αν διαρκέσει, μήνες, χρόνια, αιώνες, παλεύει λυσσαλέα κόντρα σε κάθε στείρο και μυωπικό ορθολογισμό και  βγαίνει νικητής. Γι’ αυτό τις περισσότερες φορές δεν κινδυνεύει να αλωθεί με μετωπική επίθεση αλλά με αργή, σιωπηλή, ύπουλη, χρονοβόρα αλλά διαβρωτική διείσδυση, σαν την σημερινή, που παραλύει τ’ ανακλαστικά του γιατί  αποκρύπτει την αμεσότητα του κινδύνου.

Κάτω από αυτό το πρίσμα, η διατήρηση της εθνικής μας υπόστασης δεν είναι καθόλου δεδομένη. Προϋποθέτει επαγρύπνηση έναντι εσωτερικών και εξωτερικών παραγόντων, οι οποίοι με ποικίλους τρόπους και για ποικίλους λόγους επιβουλεύονται την διατήρησή της συνοχής της.

Τι φταίει που εθελοτυφλούμε; Το γνωρίζουμε και το παραδεχόμαστε, αλλά  χαμηλόφωνα, γιατί  ντρεπόμαστε. Η νοοτροπία μας. Η κουλτούρα μας. Η έλλειψη υγιούς αγωγής. Δεν μάθαμε να ζούμε χωρίς την καταστροφική αντιπαλότητα. Στον τόπο μας ειδικά ευδοκιμούν η πόλωση, ο δυϊσμός και ο μανιχαϊσμός: άσπρο - μαύρο, από εδώ οι καλοί και από εκεί οι κακοί.  Δεν μάθαμε να πολεμάμε τα προβλήματα, παρά τον διπλανό μας και  ουσιαστικά την πατρίδα μας. Και γι’ αυτό τη φέραμε στην κατάσταση που βρίσκεται σήμερα.

Και, όμως, η κρίση που βιώνουμε μπορεί να αποτελέσει τη μεγαλύτερη ευκαιρία για ανάνηψη. Το πάθημα μπορεί να γίνει μάθημα και να οδηγήσει  στην  ολική επαναφορά των δοκιμασμένων  αξιών μας. Αυτό δε σημαίνει οπισθοδρόμηση, αλλά επιστροφή στις σταθερές, που δίδαξε η εμπειρία των λαών.

Μια μέρα ιστορικής μνήμης όπως η σημερινή  χρέος όλων μας είναι να πάρουμε αποφάσεις. Να τοποθετήσουμε και πάλι στην πρώτη βαθμίδα των αξιών μας, όπως έκαναν και οι νεκροί που τιμούμε σήμερα, τη σωτηρία και την αξιοπρέπεια της Πατρίδας, αφού πρώτα προσδιορίσουμε τι είδους Πατρίδα θέλουμε. Άραγε τη στριμωγμένη στο «οικονομικό καναβάτσο», που τη λοιδορεί όλη η παγκόσμια αρένα και  για την οποία οι  απανταχού ομογενείς μας ντρέπονται, ενώ εμείς οι ίδιοι τη μισούμε; Μια άχρωμη, απρόσωπη και ετερόφωτη μονάδα, ή με μια δημιουργική  εθνική προσωπικότητα, άξια όχι μόνον να δέχεται , αλλά και να χαρίζει στους ανθρώπους ολόκληρου του κόσμου μας, όπως έκανε πάντοτε,  κοινωνικές  και πολιτισμικές   αξίες;

Γιατί μπορεί να μένουμε προς το παρόν βουβοί στην άνευ όρων παράδοση της χώρας μας στους ξενόφερτους κατακτητές , μπορεί να ζούμε μια άλλου τύπου υποδούλωση, οικονομική αυτή τη φορά, αλλά εν τούτοις πολύ επώδυνη, μα ας θυμηθούμε όλοι τα λόγια του Γιάννη Ρίτσου που μας ψυχογραφεί και υπογραμμίζει την ευθυτενή παρουσία του Έλληνα μέσα στη ζωή τονίζοντας:

«τούτος ο λαός αφέντη μου

δεν ξέρει πολλά λόγια,

σωπαίνει, ακούει και όσα του λες

τα δένει κομπολόγια….

Κι από τους τάφους ξεκινάν

όλοι οι νεκροί του αγώνα

και μπαίνουν πάλι στη σειρά

με σιδερένιο γόνα..

Και τούτο το περήφανο,

το άμετρο ψυχομέτρι,

μόνη σημαία το φως κρατεί,

μόνο σπαθί τ’ αλέτρι!»


Σας ευχαριστώ!