Άλλη μια απόπειρα ανεβάσματος του έργου, από τη νεανική ομάδα Square Theatre Company (www.squaretheatrecompany.com).

ΤΟ ΕΡΓΟ

Είναι ακόμα επίκαιρο; Αυτό είναι το ερώτημα σχετικά με το έργο του Π.Μάρμπερ, το οποίο, όταν γράφτηκε το 1997, αντικατόπτριζε τα σεξουαλική ήθη της εποχής και ήταν εμφανώς επηρεασμένο από την χαμηλού προϋπολογισμού ταινία του Στήβεν Σόντερμπεργκ «Σεξ, ψέματα και βιντεοταινία».

Τα καλά νέα –ή τα κακά, ανάλογα πώς το βλέπει ο καθένας- είναι, ότι, σχεδόν, είκοσι χρόνια μετά, η καταγραφή από τον Μάρμπερ της αποτυχίας αντρών και γυναικών να κατακτήσουν την πνευματική και σεξουαλική οικειότητα φαίνεται πιο επίκαιρη από ποτέ. Το έργο είναι θανατηφόρα κυνικό και απόλυτα εναρμονισμένο με τη σύγχρονη πραγματικότητα.

Οι εξιδανικευμένες καταστάσεις, που περιβάλλουν τις σχέσεις αντρών και γυναικών, αποδομούνται μία προς μία – ο μύθος, ότι η αγάπη και η αλήθεια μας φέρνουν πιο κοντά, σκόπιμα και έξυπνα, αντιστρέφεται. Αρωγός σε αυτό είναι οι έξυπνοι, κυνικοί και χιουμοριστικοί διάλογοι, που εκφράζουν δεξιοτεχνικά όλες τις συγκρούσεις των χαρακτήρων και το αριστοτεχνικό στήσιμο των σκηνών, οι οποίες, συχνά, αρχίζουν με θερμό πάθος και μετατρέπονται σε πεδίο πολέμου μέσα σε λίγες μόνο στιγμές.

Οι ήρωες είναι παθιασμένοι με την ειλικρίνεια, πιέζοντας και τους υπόλοιπους να λένε την απόλυτη αλήθεια, ανεξάρτητα από τον πόνο, που θα προκληθεί (και κάποιες φορές το κάνουν ακριβώς γι’ αυτό τον λόγο). Ο ρομαντικός έρωτας αντιμετωπίζεται ως φούσκα, που σκάει: Ο Νταν, ο αποτυχημένος συγγραφέας, εκφράζεται ρομαντικά και ποιητικά, αλλά δεν διστάζει να απατήσει για να ικανοποιήσει την λίμπιντό του. Οι χαρακτήρες κινητοποιούνται από την ανάγκη για αγάπη και σεξ,  συχνά, όμως, αυτές οι δύο ανάγκες έρχονται αντιμέτωπες.

Η ΠΛΟΚΗ

Η ιστορία αρχίζει σε ένα λονδρέζικο νοσοκομείο, όπου ο Νταν, ένας αρθρογράφος νεκρολογιών, έχει μεταφέρει την  Άλις, μια αμερικάνα στρίπερ, επειδή  η τελευταία αφηρημένη χτυπήθηκε από ένα αυτοκίνητο. Παρά το ότι μόλις γνωρίστηκαν, ερωτεύονται με την πρώτη ματιά και τα φτιάχνουν. Ο Νταν, συγχρόνως, εκμεταλλεύεται το παρελθόν της ως υλικό για το πρώτο του βιβλίο.

Μετά από ένα χρόνο, ο Νταν γνωρίζεται με την Άννα, όταν εκείνη τον φωτογραφίζει για το εξώφυλλο του βιβλίου. Ο Νταν της την πέφτει, αλλά η Άννα τον αρνείται, επειδή εκείνος είναι σε σχέση. Η Άλις εμφανίζεται και η  Άννα φωτογραφίζει κι εκείνη, εντυπωσιασμένη από το πρόσωπο της.

Μετά από μερικούς μήνες, ο Νταν, εμμονικά παθιασμένος με την Άννα, μπαίνει σε ένα ιντερνετικό σάιτ γνωριμιών και, υποκρινόμενος, ότι είναι η Άννα, κάνει τσατ με τον Λάρυ, έναν δερματολόγο. Ο Νταν συνεχίζει το αστείο, ως Άννα, κανονίζοντας ραντεβού με τον Λάρυ στο Ενυδρείο, αλλά, τυχαία, η πραγματική  Άννα βρίσκεται εκεί την ώρα του ραντεβού. Παρά την αρχική παρεξήγηση και αμηχανία, που προκύπτει, και σε αυτό το ζευγάρι είναι εμφανής  η σεξουαλική χημεία και σύντομα παντρεύονται.

Στην συνέχεια της ιστορίας, τα ζευγάρια θα αλλάξουν αρκετές φορές, καθώς ο Νταν δεν θα το βάλει κάτω μέχρι να κατακτήσει την Άννα και ο Λάρυ δεν θα σταματήσει μπροστά σε τίποτα για να εκδικηθεί τον Νταν. Η σταθερότητα είναι άγνωστη λέξη για αυτούς τους χαρακτήρες: όταν δεν βρίσκονται με το άτομο που πραγματικά αγαπάνε, απλώς αγαπούν το άτομο, που βρίσκεται δίπλα τους. Υπάρχουν στιγμές, μάλιστα, που σε κάνουν να απορείς, αν είναι ικανοί να αγαπήσουν, παρά το γεγονός ότι προσπαθούν παθιασμένα να πείσουν για το αντίθετο με τα λόγια τους.

Αν και η πλοκή είναι ευκολονόητη, ο θεατής θα πρέπει να είναι απόλυτα συγκεντρωμένος για να γεμίσει τα κενά, που μεσολαβούν χρονικά ανάμεσα στις σκηνές. Σε κάποιες στιγμές, δύο διαφορετικές, αλλά συνδεόμενες σκηνές, παρουσιάζονται συγχρόνως, όπως, για παράδειγμα, όταν τα δύο ζευγάρια χωρίζουν.

Αν υπάρχει ένα αρνητικό στο έργο, είναι η σχηματική πλοκή με την οποία έρχονται κοντά οι τέσσερις χαρακτήρες. Το χέρι του συγγραφέα στην εξέλιξη της πλοκής είναι περισσότερο εμφανές απ’ ότι θα έπρεπε. Σε μια καλογραμμένη ιστορία ο συγγραφέας δεν θα πρέπει να «φαίνεται», αλλά η πλοκή να κυλά ως πραγματική να μην φαίνεται κατασκευασμένη, να μην νιώθεις, ότι κάποιος την δημιουργεί, καθώς την βλέπεις, αλλά να αφήνεσαι στην φυσική ροή της.

Ο Π.Μάρμπερ ξέρει ακριβώς, που θέλει να κατευθύνει το έργο και τους χαρακτήρες και βάζει την αληθοφάνεια σε δεύτερη μοίρα, όπως στην περίφημη σκηνή του ιντερνετικού σεξ μεταξύ των δύο ανδρών ή στη συνάντηση του Λάρυ και της Άννας στο ενυδρείο. Οι χαρακτήρες σε αυτές τις σκηνές δεν δρουν φυσιολογικά για τα μέτρα τους, αλλά, όπως επιτάσσει η ανάγκη του συγγραφέα, για να προχωρήσει το έργο. Δεν καταλαβαίνουμε για ποιό λόγο, ακριβώς, ο Νταν υποκρίνεται, ότι είναι η Άννα, ούτε γιατί χρησιμοποιεί το όνομά της. Για έναν χαρακτήρα, που θα υπήρχαν ενδείξεις μπερδεμένης σεξουαλικής ταυτότητας, θα ήταν, ίσως, φυσιολογικό, αλλά δεν συνάδει κάτι τέτοιο σχετικά με τον Νταν από το σύνολο του έργου.

Όπως, επίσης,  η αντίδραση της Άννας στο ενυδρείο, όταν ο Λάρυ, ένας τελείως άγνωστος προς αυτήν, αρχίζει να της μιλάει πρόστυχα και χυδαία, δεν ταιριάζει με τον συνολικό χαρακτήρα της Άννας.

Η ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

Η μετάφραση του κειμένου στα ελληνικά είναι ένα εξαιρετικά δύσκολο εγχείρημα, λόγω του χιούμορ και των λογοπαιγνίων, που χρησιμοποιούνται κατά κόρον από τον Μάρμπερ. Η μετάφραση του Θ.Μοσχόπουλου καταφέρνει να κρατήσει την σκληρή, αργκό γλώσσα, ενσωματωμένη, όμως, σε ένα απολαυστικό, σαν χορογραφημένο, στυλ ομιλίας.

Τα σκηνικά απουσιάζουν (εξάλλου τα μέρη εναλλάσσονται με εκπληκτική συχνότητα) και υπονοούνται μέσα από τον διάλογο, ενώ το μόνο σκηνικό αντικείμενο είναι ένας μακρύς πάγκος στο κέντρο της σκηνής, απαιτώντας, έτσι, την ενεργή συμμετοχή της φαντασίας του κοινού. Ίσως, όμως, η χρήση video να ενδεικνυόταν για την συγκεκριμένη παράσταση, ιδίως στην σκηνή του ενυδρείου, μιας και το συγκεκριμένο σκηνικό αποκτά διαστάσεις συμβόλου («Μάλλον πρέπει να επιστρέψουμε στην θάλασσα και να ξαναγεννηθούμε», παρατηρεί ο Λάρυ.)

Οι χαρακτήρες είναι ντυμένοι πάντα κομψά και όμορφα με τις προσεγμένες επιλογές της Βασιλικής Σύρμα, ώστε η εσωτερική «ασχήμια» τους να έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το πώς παρουσιάζουν τον εαυτό τους στον έξω κόσμο. 

ΟΙ ΕΡΜΗΝΕΙΕΣ

Ο Αργύρης Θανάσουλας, ως Λάρυ, είναι φυσικός, με αυτοπεποίθηση και σίγουρος για τα «κλινικά» του συμπεράσματα, καταφέρνοντας, με ευκολία, πότε να κρύβει και πότε να ανασύρει στην επιφάνεια τα πραγματικά συναισθήματα του χαρακτήρα, ερμηνεύοντας εξαιρετικά την συναισθηματική διάλυση του χαρακτήρα στο στριπτιζάδικο.

Η Δάφνη Μανούσου επωμίζεται τον ρόλο με το μεγαλύτερο τόξο μεταβολής και, συγχρόνως, τον πιο αντιπαθητικό, καθώς η Άλις είναι ένα διφορούμενο πρόσωπο:  Η Δ.Μανούσου καταφέρνει να αντεπεξέλθει προσθέτοντας μια νεανική αθωότητα και απλότητα στις πρώτες σκηνές της και τονίζοντας λεπτομέρειες, όπως την αφαίρεση της κόρας από το ψωμί του Νταν, που δικαιολογούν στα μάτια μας, ως ένα σημείο, την αλλαγή της σε μια σκληρόκαρδη και ψυχρή γυναίκα στη συνέχεια. Η ηθοποιός ερμηνεύει συναρπαστικά την εξέλιξη της ηρωίδας από κορίτσι σε γυναίκα (υποβοηθούμενη από την εμπνευσμένη επιλογή ρούχων της Β.Σύρμα), αφήνοντας πάντα ένα μυστήριο να περιβάλλει τον χαρακτήρα της. Όσον αφορά την χορογραφία του στριπτίζ, δεν διστάζει να είναι όσο αισθησιακή χρειάζεται και αποφεύγει τα κλισέ και τις ευκολίες, σε έναν ρόλο, που φλερτάρει επικίνδυνα με αυτά (η όμορφη, ρομαντική και ψυχικά τραυματισμένη στρίπερ).

Ο Γιάννης Λασπιάς ερμηνεύει με ευαισθησία τον Νταν, παρουσιάζοντάς τον ως ένα χαριτωμένο αγόρι, λίγο ανώριμος, λίγο αναίσθητος με αυτοκαταστροφικές τάσεις, δίνοντας μια πιο αθώα εικόνα του ρόλου σε σχέση με το αρχικό κείμενο. Είναι απόλυτα πειστικός στις εναλλαγές της αυτοπεποίθησης του Νταν, περνώντας από την αλαζονεία και τον ναρκισσισμό στην ηττοπάθεια, με μεγάλη άνεση, χρησιμοποιώντας εξαιρετικά το στήσιμο του σώματος, τον τόνο της ομιλίας του και τις εκφράσεις του προσώπου.

Τέλος, η Ιωάννα Σταυροπούλου, στο ρόλο της φωτογράφου Άννας, της οποίας τα πορτραίτα άγνωστων ανθρώπων κοσμούν διάσημες γκαλερί, φανερώνει με τα έντονα εκφραστικά μάτια της την ίδια θλίψη και μοναξιά, που υπάρχει στα πρόσωπα των πορτραίτων της. Όλες οι συναισθηματικές εναλλαγές καθρεφτίζονται απαλά στο πρόσωπό της: οίκτος, θυμός, μετάνοια, πόθος, χαρά. Η ερμηνεία της είναι αρκετά εσωτερική και σε κάθε σκηνή μας φανερώνει και κάτι καινούριο για τον ρόλο.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Σίγουρα, όσοι δεν συμφωνούν με τις ιδέες του Μάρμπερ θα είναι δύσκολο να τις αποδεχτούν βλέποντας την παράσταση, αλλά, αν μη τι άλλο, είναι το ενδεδειγμένο έργο για μια, εκ των υστέρων, κουβέντα και ανταλλαγή απόψεων, μιας και ασχολείται με θέματα, για τα οποία ο καθένας έχει άποψη.

Όσοι θεατές, όμως, είχαν απολαύσει την ταινία  «CLOSER» του Μάικ Νίκολς, με την σεναριακή διασκευή του ίδιου του Μάρμπερ, θα συντονιστούν απόλυτα με το κλίμα της παράστασης και πιθανόν να την βρουν πιο ικανοποιητική νοηματικά, μιας και υπάρχουν κάποιες σκηνές, που είχαν κοπεί από την κινηματογραφική διασκευή (η σκηνή, όπου η Άλις κατηγορεί την Άννα, επειδή άφησε τον εαυτό της να ερωτευτεί τον Νταν και η τελική σκηνή, που επιφυλάσσει διαφορετικό τέλος για την Άλις, σε σχέση με τη ταινία, προσθέτουν επιπλέον ψυχολογικό βάθος στο έργο).

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ:

Σκηνοθεσία:  Ιωσήφ Βαρδάκης

Μετάφραση: Θωμάς Μοσχόπουλος

Μουσική: Γιάννης Αναγνωστάτος-Λόλεκ

Σκηνογραφία – Visual arts: Παντελής Ξηροχειμώνας

Κοστούμια:  Βασιλική Σύρμα

Φωτισμοί: Ιωσήφ Βαρδάκης

Επιμέλεια κίνησης: Όλγα Σπυράκη

Χορογραφία στριπτίζ: Βασίλης Σκαρμούτσος

Βοηθός σκηνοθέτη: Ειρήνη Καλλιανίδου

Φωτογραφίες: Στράτος Προύσαλης

Επεξεργασία φωτογραφιών  - σχεδιασμός αφίσας, teaser: Παντελής Ξηροχειμώνας

ΕΡΜΗΝΕΥΟΥΝ: Αργύρης Θανάσουλας, Γιάννης Λασπιάς, Δάφνη Μανούσου, Ιωάννα Σταυροπούλου

Η παράσταση παίχτηκε στο θέατρο “104” στην Αθήνα και στο θέατρο “ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ+” στην Πάτρα., ενώ αναμένεται περιοδεία στην Κρήτη και αλλού.