Ο «Πέερ Γκυντ» είναι το τελευταίο σημαντικό έργο του Ίψεν σε έμμετρη γραφή, πριν ξεκινήσει την πορεία του με τα δράματα πρόζας, τα οποία άλλαξαν την παγκόσμια ιστορία του θεάτρου. Το έργο δεν είχε γραφτεί, για να παίζεται στο θέατρο, αλλά μόνο για ανάγνωση, καθώς εκτείνεται σε διακόσιες πενήντα σελίδες, μεταφέροντας την δράση σε μέρη, που ποικίλλουν από ένα βασίλειο ξωτικών σε ένα τρελοκομείο στην Αίγυπτο, καθιστώντας, έτσι, την θεατρική του μεταφορά ακατόρθωτη, τουλάχιστον για την εποχή του. Ουσιαστικά, πρόκειται για ένα ποίημα με θεατρική δομή, που παρουσιάζει τη ζωή του Πέερ Γκυντ, από τη νεαρή ηλικία, στην ενηλικίωση και στο γήρας.

Ο Πέερ Γκυντ είναι ο γιος του πάλαι πότε δοξασμένου Γιον Γκυντ, ο οποίος ξόδεψε όλη την περιουσία του σε γλέντια, ζώντας πλουσιοπάροχα, και αναγκάστηκε να φύγει από το σπιτικό του ως πλανόδιος πωλητής, αφήνοντας πίσω την γυναίκα του, Όσε, και τον γιο του, Πέερ, καταχρεωμένους. Η Όσε επιθυμούσε να αναθρέψει το γιο της, έτσι ώστε αυτός να αποκαταστήσει την χαμένη περιουσία του πατέρα, αλλά, σύντομα, ο Πέερ φάνηκε ανίκανος για τον σκοπό αυτό.

Ο Πέερ αποδείχτηκε ονειροπαρμένος, φαντασιόπληκτος, ιδεαλιστής, μη αξιόπιστος, αλλά με μια ποιητική φύση, που κάνει τα ψέματα, που ξεστομίζει, να μοιάζουν με μια άλλη αλήθεια, η οποία βρίσκεται σε μια παράλληλη πραγματικότητα, σε έναν φανταστικό κόσμο, όπως αυτός, στον οποίο ζει ο ήρωας, ενώ παράλληλα παρουσιάζει μια συγκινητική στοργή και αγάπη προς τη μάνα του και τη γυναίκα, που ερωτεύτηκε.

Έμπνευση για τον Ίψεν ήταν ένα παλιό Νορβηγικό παραμύθι, του οποίου την βασική ιστορία χρησιμοποίησε, για να κριτικάρει τη Νορβηγική κοινωνία, παρουσιάζοντας ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα Νορβηγού άντρα της εποχής, που τον χαρακτηρίζει η αδυναμία της θέλησης, ο συνεχής αυτοέπαινος και ο καγχασμός προς οτιδήποτε πέραν του εαυτού του.

Αρκετοί από τους χαρακτήρες του έργου έχουν βασιστεί στην ίδια την οικογένεια του συγγραφέα. Ο Ίψεν είχε παραδεχτεί, ότι ο χαρακτήρας της Όσε βασίζεται στην μητέρα του, ενώ ο πατέρας του Ίψεν ήταν ένας πλούσιος έμπορος, που πτώχευσε και άφησε την οικογένεια σε χρέη, όπως και ο πατέρας του Πέερ Γκυντ. Εξ’ άλλου, ο Ίψεν έζησε 27 χρόνια στο εξωτερικό (στην Γερμανία και στην Ιταλία) και ποτέ δεν κατάφερε να γυρίσει στη πατρίδα του την Νορβηγία: άλλη μια ομοιότητα με τον Πέερ Γκυντ. Ως εκ τούτου, ο χαρακτήρας του Πέερ θα μπορούσε να ερμηνευτεί σαν μια αυτοσαρκαστική απεικόνιση του συγγραφέα. 

Η παράσταση:

Ο όγκος του έργου είναι τόσο μεγάλος, που ακόμα και όταν το κείμενο κόβεται, που συμβαίνει σχεδόν πάντα (όπως κι εδώ), οι παραστάσεις πλησιάζουν την διάρκεια των πέντε ή έξι ωρών. Η διασκευή του κειμένου από την Σέβη Ματσακίδου, αν και

συμπτύσσει το μεγάλο αυτό έργο σε μόλις 90 λεπτά, δεν χάνει τίποτα από την ουσία του, αλλά αντίθετα το εμπλουτίζει και το κάνει πιο ευχάριστο στην παρακολούθηση (αν γνωρίζεις την ιστορία).

Η βασική δυσκολία της προσαρμογής ενός πολυπρόσωπου έργου μόνο σε τρία πρόσωπα (οι τρεις ηθοποιοί, που αποτελούν την δημιουργό θεατρική ομάδα) έστρεψε την ομάδα στο να βρει τί συνδέει όλα αυτά τα πρόσωπα, ποιός είναι ο συνεκτικός δεσμός: η απάντηση ήταν ότι όλα τα πρόσωπα ήταν προβολές της μητέρας και της αγαπημένης του Πέερ Γκυντ, της Σολβέιγκ, γι’ αυτό και η Αντιγόνη Φρυδά, που υποδύεται την αγαπημένη του, υποδύεται και όλες τις γυναίκες, που συναντά στο διάβα του, όπως και η Ελένη Ζαραφίδου, που υποδύεται τη μητέρα του, την Όσε, υποδύεται όλες τις υπερβατικές φιγούρες.

Η παράσταση διαθέτει μια ατμοσφαιρική και αισθητικά άψογη σκηνοθεσία, φέρνοντας στο νου τη γοητεία των παλιών σκανδιναβικών μύθων. Στις πρώτες σκηνές του έργου, στις οποίες ο Πέερ Γκυντ ζει ψηλά στα βουνά με την φτωχή μάνα του, η ομάδα καταφέρνει να συλλάβει το παιχνιδιάρικο πνεύμα της γραφής του Ίψεν. Η παράσταση κινείται φυσικά από την κωμικότητα των αρχικών σκηνών, στην ελαφρώς απειλητική φαντασία, όταν ο Πέερ εισδύει στο βασίλειο των Ξωτικών, και ύστερα στον σατιρικό τόνο, όταν ο ήρωας γίνεται επιχειρηματίας και ψευδοπροφήτης. Στο τέλος, η μινιμαλιστική προσέγγιση ταιριάζει όμορφα με τις τελευταίες φιλοσοφικές σκηνές του έργου.

O Βαλάντης Φράγκος, στον ρόλο του Πέερ Γκυντ, έδωσε ένα ρεσιτάλ υποκριτικής, γεμάτος ζωντάνια, αλλά και ευαισθησία. Στις αρχικές κωμικές σκηνές, φέρνει στον ρόλο μια αεικίνητη παιδική πονηριά και στη συνέχεια ερμηνεύει πειστικά την εγκαρδιότητα, τον αυθορμητισμό και τoν ελκυστικά ανυπότακτο και ταραχώδη χαρακτήρα του Πέερ.

Η Αντιγόνη Φρυδά έχτισε την ερμηνεία της με λεπτότατες αποχρώσεις και ευαισθησία, ενώ η Ελένη Ζαραφίδου έδωσε μία στιβαρή και υψηλών απαιτήσεων ερμηνεία στους πολύ δύσκολους ρόλους της παράστασης.

Η κίνηση και των τριών ηθοποιών ήταν ευρηματική και καλοδουλεμένη, ενώ οι φωτισμοί ήταν λιτοί και ατμοσφαιρικοί.

Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει για τα εξαιρετικά κοστούμια της Βασιλικής Σύρμα. Μάλιστα, με την έμφαση, που δίνεται στα ενδύματα, και με την σταδιακή αλλαγή τους, υπηρετείται και το νόημα του έργου: η αναζήτηση της αληθινής ταυτότητας, η αναζήτηση του «εγώ».

Εν τέλει, το δράμα του Πέερ είναι αυτό του ηθοποιού, όπως, ειρωνικά, είχε πει ο Πίτερ Σέλλερς: «Κάποτε είχα έναν εαυτό, αλλά τον αφαίρεσα χειρουργικά». 

Η ομάδα «The 3rd person theatre group»

Η θεατρική αυτή ομάδα δημιουργήθηκε και αποτελείται από τους ηθοποιούς Βαλάντη Φράγκο, Αντιγόνη Φρυδά και Ελένη Ζαραφίδου. Σύμφωνα με τις κατευθυντήριες αρχές της, η ομάδα, μελετώντας κλασσικά κείμενα και επιχειρώντας πολυπρισματική έρευνα γύρω από εποχές, ρεύματα, κινήματα, ιστορικά δεδομένα κ.τ.λ ., πειραματίζεται πάνω σε παραδοσιακές φόρμες και εξετάζει τα όρια της ανθρώπινης εμπειρίας, για να οδηγηθεί στη δημιουργία παραστάσεων, που ενεργοποιούν τη μνήμη, τόσο τη συλλογική όσο και την προσωπική, προτείνοντας ένα ανοιχτό περιβάλλον αναθεώρησης και

επαναδιαπραγμάτευσης της ίδιας της ανθρώπινης ύπαρξης, με εργαλεία το παιχνίδι και την απόλαυση, που αυτό προσφέρει.

Όπως δηλώνει η ίδια η ομάδα, διάλεξαν το έργο «Πέερ Γκυντ» γιατί ήταν η πρώτη τους δουλειά και ήθελαν να επιλέξουν ένα έργο, το οποίο να είναι μαθητεία και, συγχρόνως, μια βουτιά στα βαθιά.

Η παράσταση τους βραβεύτηκε με τη διεθνή υποτροφία Ibsen Scholarship 2013 από το θεσμό του Ibsen Awards στη Νορβηγία. 

«PEER GYNT, no man’s land»

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ: Μετάφραση: Κωνσταντίνος Χατζόπουλος Διασκευή/Δραματουργική επεξεργασία: Σέβη Ματσακίδου Σκηνοθεσία: Αντιγόνη Φρυδά, Ελένη Ζαραφίδου, Βαλάντης Φράγκος Σκηνικά: Γιάννης Θεοδωράκης Εικαστικός: Αποστόλης Πλαχούρης Κοστούμια: Βασιλική Σύρμα Μουσική: Γιάννης Σαββίδης Φωτισμοί: Κατερίνα Παπαδάκου ΗΘΟΠΟΙΟΙ: Αντιγόνη Φρυδά, Ελένη Ζαραφίδου, Βαλάντης Φράγκος Βοηθός σκηνοθέτη: Δομινίκη Μητροπούλου Μοντάζ: Pietro Radin Camera: Πέτρος Κέφαλος

Παίχτηκε στο Δημοτικό Θέατρο ΑΠΟΛΛΩΝ στην Πάτρα.