Τριήμερο του Αγίου Πνεύματος. Το κέντρο της Αθήνας άδειο, σχεδόν εγκαταλειμμένο. Σε κεντρικό καφέ κοντά στο θέατρο όπου κάνει πρόβες συναντώ τον Θανάση Αλευρά. Θα παίξει σε 60 θέατρα ανά την Ελλάδα, στην παράσταση «Θεσμοφοριάζουσες» που σκηνοθετεί ο Γιώργος Κιμούλης. «Όχι απλά ροκ, χέβι μέταλ είναι οι περιοδείες. Ταξίδι και παράσταση. Μπορεί να παίζουμε σε χώρους που φιλοξενούν βαπτίσεις και πανηγύρια. Δεν είναι ακριβώς θέατρα. Μεγάλη εμπειρία. Τεράστιο κέρδος για τον ηθοποιό. Ουσιαστικά για εξέλιξη των μπουλουκιών πρόκειται. Απλώς δεν μας πληρώνουν με αυγά και κότες- ακόμα. Το καλύτερο της περιοδείας είναι ότι φεύγεις από την καθημερινότητά σου. Σε απασχολεί μόνο η παράσταση της βραδιάς. Είμαι εξπέρ στο να φτιάχνω βαλίτσες. Πλέον, με κλειστά μάτια τη φτιάχνω. Επίσης, ξέρω όλες τις στάσεις για να κοιμηθείς άνετα σε λεωφορείο, βανάκι, παντού», λέει.

Ο Θανάσης Αλευράς είναι ένας ηθοποιός που δεν χρησιμοποιεί ξύλινη γλώσσα, δεν δίνει κλισέ απαντήσεις στις ερωτήσεις και έτσι δεν βαριέσαι μετά το πρώτο τέταρτο την κουβέντα μαζί του. «Παρακαλώ να έρθει ένα καλοκαίρι που δεν θα δουλεύω. Έχω να κάνω ένα σωρό πράγματα πέρα από παραστάσεις. Δεν έχω καμία πετριά να δουλεύω ασταμάτητα. Απλά, δεν έχω βρει ένα ATM να βγάζει χρήματα κάθε μήνα κι εγώ να κάθομαι. Δεν έχω την επιλογή να μη δουλεύω», απαντά όταν τον ρωτάω γιατί δεν σταματά ένα καλοκαίρι να ξεκουραστεί. Στη συνέχεια περιγράφει με γλαφυρό τρόπο το επάγγελμα του ηθοποιού: «Βαρέα και ανθυγιεινά, σαν οικοδομή είναι η δουλειά μας. Είναι και ευλογία όμως. Γιατί την κάνω; Δεν ξέρω πώς να σ’ το εξηγήσω. Φαντάσου έναν μεγάλο έρωτα από τον οποίο δεν μπορείς να φύγεις παρόλο που γνωρίζεις ότι μερικές φορές δεν περνάς καλά. Δεν σηκώνεσαι να φύγεις όταν αγαπάς κάτι».
«Μάλλον γεννήθηκα με το μικρόβιο του ηθοποιού. Μπα, ήμουν φορέας ανέκαθεν. Έζησα μια ζωή στα Γιάννενα, μέχρι τα 18. Περίπου 16 χρόνια στην Αθήνα. Μια διαφορετική ζωή. Δυσκολεύτηκα πολύ στην αρχή, με φόβιζε το μέγεθος. Με έσωσε η άγνοια κινδύνου. Είπα “θα πάω να γίνω ηθοποιός” λες και με περίμενε κάποιος σε ραντεβού. Δεν μου άφησα κανένα περιθώριο αποτυχίας. Κι έτσι έγινε. Πέρασα ονειρεμένα στο Θέατρο Τέχνης. Διάβασα, είδα πολύ θέατρο, είχα ωραίους δασκάλους. Και ξεκίνησα αμέσως να δουλεύω», διηγείται. 

Αν του πεις ότι πειραματίζεται, ότι παίζει σε mainstream παραστάσεις του Νίκου Μουτσινά, τον σκηνοθετούν ο Σταμάτης Φασουλής και ο Κιμούλης και βγαίνει και στην τηλεόραση ως παίκτης του «Your Face Sounds Familiar» τραγουδώντας δημοτικά σε κοιτάει λες και τον ρώτησες αν είναι UFO. «Ηθοποιός είμαι και κάνω τη δουλειά μου. Δεν βάζω ταμπέλες. Ιδανικά θα ήθελα να μην τυποποιηθώ, να μη με βλέπει το κοινό συνέχεια στον ίδιο ρόλο. Να μη με φαντάζονται οι σκηνοθέτες μόνο για κωμωδία. Θέλω να κάνω τη βόλτα μου από όλα τα είδη. Φαντάζομαι ότι με τα χρόνια θα έχω και δικαίωμα επιλογής. Να κάνω ό,τι μου αρέσει», παραδέχεται.  
Μου λέει ότι εξελίσσεται κάθε χρόνο. Θέλει να συνεργάζεται με φίλους, «με ανθρώπους που μιλάμε την ίδια γλώσσα, έχουμε κοινή αισθητική. Στους “Ήρωες”, την παράσταση που κρατώ ως σημείο αναφοράς, φτιάξαμε από μια λευκή κόλλα χαρτί μια ολόκληρη παράσταση. Από το τίποτα ξεκινήσαμε. Στις 23 Ιουνίου αρχίζουμε από τον Βύρωνα αυτή την αριστοφανική παράσταση που “πείραξαν” ο Γιώργος Κιμούλης με τον Pitsiriko, έναν ύμνο για τη γυναίκα ουσιαστικά. Ξέρεις τι μου άρεσε πολύ; Η ανάποδη σκέψη της παράστασης. Λέτε οι γυναίκες ότι φταίνε οι άντρες για όλα. Μα εσείς τους γεννάτε, τους μεγαλώνετε. Έχετε μια ευθύνη. Και τεράστια δύναμη. Είναι εύκολο να κατηγορείς, να θυματοποιείσαι, να αναλαμβάνεις όμως ευθύνη είναι τρομερά επίπονο. Σκοπός του έργου είναι να αναρωτηθείς, να ψάξεις μόνος σου για λύσεις. Δεν μου αρέσει να κουνάω δάχτυλο, να μου λένε τι πρέπει να κάνω. Έτσι λειτουργείς αντιδραστικά. 

Ουσιαστικά  πρόκειται για μια καθαρόαιμη κωμωδία. Του ταιριάζει του Κιμούλη η κωμωδία, μας λέει στις πρόβες ότι το αριστοφανικό κείμενο είναι “σαν ο Ελύτης να έγραφε κωμωδία”», λέει παρουσιάζοντας ουσιαστικά την παράσταση στην οποία συμμετέχει. Εξομολογείται πως παραμένει ρομαντικός, διαφορετικά δεν θα μπορούσε να κάνει αυτή τη δουλειά. Του αρέσει να επικοινωνεί με τον κόσμο. Περπατώντας μετά τη συνέντευξη προς το θέατρο όπου έκανε πρόβες τον πλησίασαν κοριτσάκια αλλά και κυρίες. «Είδες τι κάνει η τηλεόραση; Έκανα θέατρο και δεν με ήξερε κανείς. Βγήκα στην τηλεόραση και έγινα αναγνωρίσιμος. Τώρα είμαι στην εκπομπή της Ρίκας Βαγιάνη. Την αγαπώ. Φυσικά και μου έκανε καλό η τηλεόραση. Μπορεί να με φέρνει σε αμηχανία αλλά μόνο καλό είδα στη δουλειά μου». Βαρέθηκε την αναγνωρισιμότητα, να του λένε συνεχώς ότι είναι ταλαντούχος; «Μακάρι να ερχόταν κόσμος κάθε μέρα και να μου έλεγε ότι είμαι ταλαντούχος», λέει και στη συνέχεια περιγράφει τη διαφορετική ανθρωπογεωγραφική δομή της ελληνικής επαρχίας: «Στην Κρήτη με εκπλήσσει η φιλοξενία. Να οι ρακές, να τα τσίπουρα, να κάτσεις να φας μαζί με τον κόσμο. Είναι υπέροχοι».

Άγχος νιώθει; «Με έχω κουράσει με αυτό το θέμα. Είμαι μονίμως αγχωμένος. Ξέρεις, η καλή προπόνηση δεν σου λέει ότι θα κάνεις και έναν καλό αγώνα. Τα ξέρω αυτά από τα εφηβικά μου χρόνια, όταν έκανα στίβο. Μπορεί επί τρεις μήνες να κάναμε πέντε και έξι ώρες πρόβες, αλλά δεν μαθαίνεται αυτή η δουλειά έτσι. Αν νιώσεις ότι το έχεις, τελείωσες», απαντά.
Οι δικοί του έρχονται στην Αθήνα για να τον δουν στο θέατρο; «Ναι, η μητέρα μου, η Φεβρωνία, είναι ο θεατής που ακούω. Τη ρωτώ πολλά πράγματα μετά την παράσταση. Έχει το βλέμμα του απλού θεατή. Καθαρό. Δεν μου λέει συνέχεια πόσο καλός είμαι. Είναι πολύ κοντά στην αλήθεια η γνώμη της», καταλήγει το protothema.